Ινομυώματα Μήτρας

Τι είναι τα Ινομυώματα (ή λειομυώματα)

   Πρόκειται για καλοήθεις συμπαγείς όγκους, μονήρεις ή πολλαπλούς, του μυϊκού τοιχώματος (μυομήτριο) της μήτρας, σφαιρικής συνήθως εμφάνισης και σχετικά ελαστικής σύστασης. Το μέγεθός τους ποικίλει από μερικά χιλιοστά έως και πολλά εκατοστά. Ανάλογα με την εντός του μυομητρίου εντόπισή τους διακρίνονται σε  υποβλεννογόνια, ενδοτοιχωματικά, υπορογόνια και μισχωτά ινομυώματα τα οποία ξεχωρίζουν από το τοίχωμα της μήτρας και συνδέονται με αυτό μέσω ενός μίσχου. Τα ινομυώματα αποτελούν τον συχνότερο (75%) σε εμφάνιση όγκο του γυναίκειου γεννητικού συστήματος. Παρουσιάζονται συνήθως μετά την ηλικία των 35 ετών, σε ποσοστό 50% των γυναικών, έχουν την τάση να αυξάνουν προοδευτικά σε μέγεθος και αριθμό κατά την αναπαραγωγική περίοδο της ζωής της γυναικάς και υποστρέφουν μετά την εμμηνόπαυση.

Πως δημιουργούνται τα Ινομυώματα

   Το ακριβές γενεσιουργό αίτιο των ινομυωμάτων παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστο. Διάφορες θεωρίες έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί με επικρατούσα την γονιδιακή (χρωμοσωμική) μετάλλαξη ορισμένων εκ των φυσιολογικών κυττάρων του μυομητρίου με συνέπεια την μετατροπή τους σε κύτταρα ινομυώματος. Οι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για τον αρχικό αυτό μετασχηματισμό του φυσιολογικού μυομητρικού κύτταρου δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί. Τα πολλαπλά ινομυώματα στην ίδια μήτρα προκύπτουν από διαφορετικά κύτταρα και όχι μέσω μεταστατικού μηχανισμού. Η αύξησή του μεγέθους των ινομυωμάτων φαίνεται να επηρεάζεται από τις γυναικείες ορμόνες (οιστρογόνα,  προγεστερόνη) καθώς και από ουσίες του οργανισμού που προάγουν την ανάπτυξη των κύτταρων (αυξητικοί παράγοντες). Τέλος διάφοροι προδιαθεσικοί παράγοντες  που ευνοούν την εμφάνιση των ινομυωμάτων έχουν εντοπιστεί όπως:

  1. Οικογενείς (κληρονομικότητα). Εάν η μητέρα μιας γυναίκας είχε ινομυώματα η γυναίκα αυτή έχει τριπλάσια, σε σχέση με το μέσο όρο, πιθανότητα εμφάνισης ινομυωμάτων.
  2. Η ατοκία. Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης ινομυωμάτων μειώνεται όσο αυξάνεται ο αριθμός των κυήσεων.
  3. Η παχυσαρκία. Ο κίνδυνος εμφάνισης ινομυωμάτων αυξάνεται κατά 21% για κάθε αύξηση βάρους κατά 10 kg.
  4. Άλλοι παράγοντες. Η έναρξη της εμμήνου ρύσεως σε νεαρή ηλικία, η ανεπάρκεια βιταμίνης D, η κατανάλωση αλκοόλ, η αυξημένη κατανάλωση κόκκινου κρέατος σε συνδυασμό με χαμηλή κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και γαλακτοκομιών προϊόντων φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης ινομυωμάτων.

Συμπτώματα των Ινομυωμάτων

   Στην πλειοψηφία (80%) των γυναικών τα ινομυώματα είναι ¨σιωπηρά¨, δεν προκαλούν συμπτώματα, και ανευρίσκονται τυχαία κατά την κλινική ή υπερηχογραφική γυναικολογική εξέταση. Τα συμπτώματα παρουσιάζονται είτε όταν τα ινομυώματα αυξηθούν υπερβολικά σε μέγεθος ή αριθμό ή όταν η θέση τους διαταράσσει τη λειτουργικότητα των γειτονικών οργάνων. Εφόσον παρουσιαστούν συμπτώματα αυτά δεν είναι ούτε ειδικά αλλά ούτε και συγκεκριμένα. Συνήθη συμπτώματα είναι τα ακόλουθα:

  1. Διαταραχές της περιόδου όπως επώδυνες και παρατεταμένες περίοδοι ή αιμορραγίες μεταξύ των περιόδων, που όταν επιμένουν προξενούν αναιμία. Προκαλούνται συνήθως από υποβλεννογόνια και σπανιότερα από ενδοτοιχωματικά ινομυώματα.  
  2. Αίσθημα βάρους ¨φούσκωμα¨ στην κοιλιά. Προκαλείται από μεγάλα ή πολλαπλά ενδοτοιχωματικά ή υποορογόνια ινομυώματα.     
  3. Πόνος κατά την σεξουαλική επαφή. Σύνηθες σύμπτωμα των ινομυωμάτων του τραχήλου.
  4. Συμπτώματα, που προκαλούνται από ενδοτοιχωματικά και υποορογόνια ινομυώματα, λόγω της γειτνίασής τους και της πίεσης που ασκούν σε παρακείμενα όργανα όπως: την ουροδόχο κύστη (συχνουρία, δυσκολία ούρησης), το έντερο (δυσκοιλιότητα), τους ουρητήρες (υδρονέφρωση, υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις), τα αγγεία της πυέλου (οίδημα κάτω άκρων, θρόμβοι).                                 
  5. Οξύ κοιλιακό άλγος. Σπάνιο σύμπτωμα το οποίο προκαλείται από τη συστροφή ενός μισχωτού ινομυώματος ή την κεντρική νέκρωση, εξαιτίας αδυναμίας αιμάτωσης, ενός πολύ μεγάλου υποβλεννογόνιου ή ενδοτοιχωματικού ινομυώματος.

Επιπλοκές των Ινομυωμάτων

   Επειδή η νόσος, κατά κανόνα, πλήττει γυναίκες γόνιμης ηλικίας, στις επιπλοκές εντάσσονται διαταραχές που προκαλούν τα ινομυώματα στην αναπαραγωγική ικανότητα, κυρίως λόγω της θέσης τους, εξ αιτίας της επίδρασής τους στην ομαλή λειτουργία του γυναίκειου γενετικού συστήματος (τραχήλου, μήτρας, σαλπίγγων). Έτσι τα ινομυώματα ενδέχεται να αποτελέσουν αίτιο:

  1. υπογονιμότητας αφού παραμορφώνοντας την ανατομία των γεννητικών οργάνων εμποδίζουν μηχανικά τη γονιμοποίηση του ωαρίου, την εμφύτευση και την ανάπτυξη του εμβρύου προκαλώντας αδυναμία σύλληψης ή επαναλαμβανόμενες αποβολές,
  2. ανώμαλης εξέλιξης της εγκυμοσύνης οδηγώντας σε υπολειπόμενη ανάπτυξη του εμβρύου, αποκόλληση του πλακούντα, πρόωρο τοκετό,
  3. μαιευτικών επιπλοκών αφού παραμορφώνοντας την κοιλότητα της μήτρας (ανώμαλες θέσεις του εμβρύου) ή παραμορφώνοντας ή/και αποφράσσοντας τον γενετικό σωλήνα, δια του οποίου διέρχεται το έμβρυο κατά τον τοκετό, ενδέχεται να αναστείλουν την εξέλιξη του φυσιολογικού τοκετού αυξάνοντας τη συχνότητα της καισαρικής τομής,
  4. επιπλοκών της λοχείας όπως επί παραδείγματι αιμορραγίες, ή μικροβιακές μολύνσεις της μήτρας κ.α. λόγω αδυναμίας της να συσπαστεί μετά τον τοκετό.

Διάγνωση των Ινομυωμάτων

   Το ιστορικό της ασθενούς αποκαλύπτει τα συμπτώματα και θέτει την υποψία για τη νόσο. Κατά την κλινική γυναικολογική εξέταση, εάν η θέση του το επιτρέπει, ψηλαφάται το ινομύωμα σαν σκληρή επώδυνη μάζα στη μήτρα, ενώ σε περιπτώσεις πολλαπλών ή μεγάλων σε μέγεθος ινομυωμάτων η μήτρα ανευρίσκεται διογκωμένη με ακανόνιστο σχήμα κατά τη ψηλάφηση. Ο υπερηχογραφικός απεικονιστικός έλεγχος είναι αρκετά διαγνωστικός και αρκεί στις περισσότερες περιπτώσεις για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση ενώ, επί αμφιβολίας, η μαγνητική τομογραφία είναι εκείνη που τελικά θα θέσει τη διάγνωση απεικονίζοντας τον ακριβή αριθμό, το μέγεθος και τη εντόπιση των ινομυωμάτων. 

Θεραπεία των Ινομυωμάτων

   Τα ινομυώματα δεν είναι πάντα απαραίτητο να ¨θεραπεύονται¨, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που δεν δημιουργούν προβλήματα στη γυναίκα. Εάν ωστόσο υπάρχει υποψία κακοήθειας, προκαλούν συμπτώματα ή επηρεάζουν τη γονιμότητα της γυναίκας τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Ο τρόπος αντιμετώπισης των ινομυωμάτων εξατομικεύεται με βάση τη συμπτωματολογία, την ηλικία της γυναίκας , το μέγεθος και τη θέση τους, την επιθυμία τεκνοποίησης κ.α. Ανάλογα με την περίπτωση η αντιμετώπιση ενδέχεται να είναι:

  1. Συμπτωματική: αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα και όχι η νόσος, με αναλγητικά, αιμοστατικά φάρμακα, αντισυλληπτικά, ενδομήτριο σπείραμα προγεστερόνης μόνα ή σε συνδυασμό μεταξύ τους.
  2. Προσωρινά Θεραπευτική: τουτέστιν προσωρινή ελάττωση του μεγέθους των ινομυωμάτων και εξ αυτού του λόγου υποχώρηση των συμπτωμάτων. Αυτό επιτυγχάνεται φαρμακευτικά με ορμονοθεραπεία και επιλέγεται για γυναίκες με μονήρη ή πολλαπλά ινομυώματα και έντονα συμπτώματα που δεν επιθυμούν χειρουργείο, είτε προεμμηνοπαυσιακά για λίγους μήνες έως ότου επέλθει η εμμηνόπαυση, είτε ως προεγχειρητική αγωγή για τη συρρίκνωση των ινομυωμάτων και τη διευκόλυνση της χειρουργικής επέμβασης. Μετά πάντως την ολοκλήρωση της ¨θεραπείας¨, σε άλλοτε άλλο χρόνο, η νόσος υποτροπιάζει.
  3.  Μόνιμα Θεραπευτική: Έχει δυο στόχους είτε α) να ελαττώσει το μέγεθος των ινομυωμάτων και εξ αυτού του λόγου να υποχωρήσουν τα συμπτώματα ή β) να εκριζώσει το πρόβλημα. Το ποιά μέθοδος τελικά θα επιλεγεί επηρεάζεται από κριτήρια όπως ο αριθμός, η θέση και το μέγεθος των ινομυωμάτων, την πιθανότητα κακοήθειας και την επιθυμία διατήρησης της μήτρας ή της γονιμότητας. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ορισμένες ελάχιστα επεμβατικές θεραπείες που μπορούν να εφαρμοστούν σε γυναίκες οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική θεραπεία και δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση. Οι υποτροπές είναι σχετικά συχνές και δεν ενδείκνυνται για γυναίκες που θέλουν να τεκνοποιήσουν. Αυτές είναι η θερμική καταστροφή των ινομυωμάτων με εστιασμένα υπερηχητικά κύματα ή με ραδιοσυχνότητες και ο εμβολισμός των ινομυωμάτων με απόφραξη των αρτηριών τους γεγονός που επιφέρει τη νέκρωσή τους. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι κλασικές επεμβατικές θεραπείες των ινομυωμάτων δηλαδή η εκπυρήνιση (ή ινομυοματεκτομή) όπου αφαιρείται μόνο το ή τα ινομυώματα χωρίς να βλάπτεται ο πέριξ αυτών υγιής ιστός της μήτρας ή η υστερεκτομή, όπου αφαιρείται ολόκληρη η ινομυοματώδης μήτρα. Η χειρουργική μέθοδος που επιλέγεται για την εφαρμογή των κλασικών επεμβατικών θεραπειών εξαρτάται από το κάθε περιστατικό και είναι η λαπαροτομία, η επεμβατική λαπαροσκόπηση ή υστεροσκόπιση.  
Sending
User Review
5 (4 votes)

Συχνές ερωτήσεις

Πρέπει να παρακολουθούνται τα ινομυώματα;

Τα ινομυώματα, επειδή έχουν την τάση να αυξάνουν προοδευτικά τόσο σε μέγεθος όσο και σε αριθμό, θα πρέπει τακτικά να παρακολουθούνται. Εάν δεν μεγαλώσουν αιφνίδια, από τη στιγμή που πρώτοανακαλύπτονται έως μια επόμενη εξέταση ορισμένους μήνες αργότερα, τότε επαρκεί ο ετήσιος περιοδικός τους έλεγχος δια της κλινικής και υπερηχογραφικής γυναικολογικής εξέτασης.

Μπορεί να προκύψει καρκίνος από ένα ινομύωμα;

Συχνός είναι ο προβληματισμός των γυναικών για το εάν τα ινομυώματα μπορούν να μεταλλαχθούν σε καρκίνο. Σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία ένας σπάνιος καρκίνος του μυομητρίου, το λειομυοσάρκωμα, παρουσιάζεται σε ποσοστό 0,1% έως 0,5% των γυναικών με ινομυώματα. Ωστόσο οι γνώμες των ερευνητών διίστανται στο κατά πόσο ο καρκίνος αυτός προέρχεται από την κακοήθη μετάλλαξη ενός καλοήθους ινομυώματος ή όχι. Πάντως μια ξαφνική αύξηση του μεγέθους ενός ινομυώματος, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, είναι ανησυχητικό εύρημα και θα πρέπει να διερευνάται.

Τι συμβαίνει εάν δεν αφαιρεθούν τα ινομυώματα;

Επειδή οι όγκοι αυτοί με την πάροδο των ετών καταλαμβάνουν σταδιακά τη μήτρα, η νόσος χειροτερεύει και τα συμπτώματα επιδεινώνονται ή/και εμφανίζονται οξέα επεισόδια που είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστούν επειγόντως (π.χ.συστροφή ενός μισχωτού ινομυώματος). Η χρόνια επίσης συμπτωματολογία επιβαρύνει τη ζωή της γυναίκας επηρεάζοντας την καθημερινότητά της (πόνος, παρατεταμένη περίοδος), την οικογενειακή της κατάσταση (υπογονιμότητα), αλλά και την επαγγελματική της (συχνές αναρρωτικές άδειες) επιτυχία.

Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Εξωσωματική Γονιμοποίηση

Τι είναι η Εξωσωματική Γονιμοποίηση

  Η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF, In Vitro Fertilization) είναι μια εκ των τριών μεθόδων ιατρικώς υποβοηθούμενης γονιμοποίησης που εφαρμόζονται σήμερα. Οι δυο άλλες μέθοδοι είναι η πρόκληση ωορρηξίας για προγραμματισμένη επαφή και η σπερματέγχυση.

  Κατά την εξωσωματική γονιμοποίηση το ωάριο γονιμοποιείται απ΄ το σπερματοζωάριο έξω από το σώμα της γυναίκας (στο εργαστή­ριο) όταν η διαδικασία αυτή, για διάφορους λόγους, αδυνατεί να πραγματοποιηθεί στο φυσικό της περιβάλλον, δηλαδή στη σάλπιγγα της γυναίκας.

Πώς Πραγματοποιείται η Εξωσωματική Γονιμοποίηση

  Η διαδικασία ξεκινά με την συλλογή ωάριων από τις ωοθήκες της γυναίκας (ωοληψία) τα οποία στη συνέχεια έρχονται, μέσα σε ειδικά δοχεία στο εργα­στήριο, σε επαφή για 2 έως 6 ημέρες με τα σπερματοζωάρια που λαμβάνονται από τον άνδρα.  Τα ωάρια που τελικά θα γονιμοποιηθούν μεταφέρονται, με τη βοήθεια καθετήρα από τον γυναικολόγο, στη κοιλότητα της μήτρας.

  Πέραν του σημείου αυτού παύει η έξωθεν παρέμβαση όποτε εφόσον τα, εκτός του σώματος, γονιμοποιημένα ωάρια προσκολληθούν και διεισδύσουν (εμφυτευθούν) στο τοίχωμα (ενδομήτριο) της κοιλότητας της μήτρας, το οποίο παρέχει τα συστατικά και το περιβάλλον για την ανάπτυξη του εμβρύου, επιτυγχάνεται  «σύλληψη» και εξελίσσεται η εγκυμοσύνη.

Πότε επιλέγεται η Εξωσωματική Γονιμοποίηση ως μέθοδος αναπαραγωγής

  Η εξωσωματική γονιμοποίηση, συνήθως, επιλέγεται ως μέθοδος υποβοηθούμενης αναπαραγωγής στα υπογόνιμα ζευγάρια εφόσον είτε οι δυο άλλες, λιγότερο παρεμβατικές, μέθοδοι υποβοηθούμενης γονιμοποίησης αποτύχουν ή όταν αυτές δεν ενδείκνυνται.

  Ως υπογόνιμο χαρακτηρίζεται το ζεύγος που αδυνατεί να επιτύχει σύλληψη έπειτα από ένα τουλάχιστον έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία. Η υπογονιμότατα δεν πρέπει να ταυτίζεται με την ¨στειρότητα¨ που είναι η βιολογικώς απόλυτη (κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες) αδυναμία τεκνοποίησης.

Αίτια υπογονιμότητας που ωθούν στην επιλογή της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης

  Σήμερα ένα ποσοστό 20% των ζευγαριών, εξ αιτίας ποικίλων παραγόντων, εμφανίζει κάποιου τύπου  διαταραχή της γονιμότητας που αφορά τον ένα εκ των δυο ή και του δύο συντρόφους. Τα συνηθέστερα  αίτια υπογονιμότητας που αναγκάζουν το ζεύγος να προσφύγει στην εξωσωματική γονιμοποίηση είναι:

  1. Συγγενείς, επίκτητες παθήσεις ή χειρουργικές επεμβάσεις που επηρεάζουν την ανατομική αρτιότητα των οργάνων του αναπαραγωγικού συστήματος του ανθρώπου παρακωλύοντας τη διαβατότητα των οδών κίνησης των ωαρίων ή των σπερματοζωαρίων αποτρέποντας έτσι την συνεύρεσή τους όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη συγγενή έλλειψη σπερματικών πόρων, την προστατίτιδα, τη βασεκτομή, την προστατεκτομή, την ενδομητρίωση, σε υδροσάλπιγγες, την αφαίρεση των σαλπίγγων κ.α.                                        
  2. Εξωγενείς ή ενδογενείς παράγοντες που διαταράσσουν την λειτουργικότητα των ωοθηκών και των όρχεων και κατ΄ επέκταση την ποσότητα ή την ποιότητα (ωριμότητα) των παραγόμενων ωαρίων και σπερματοζωαρίων όπως φάρμακα, χημειοθεραπεία, τοξικές ουσίες, ακτινοβολία, χρωμοσωμικές (σύνδρομο Kallman) ή ενδοκρινικές διαταραχές (σύνδρομο πολύκυστικών ωοθηκών, υπερπρολακτιναιμία, ηλικία), φλεγμονώδεις (παρωτίτιδα) ή αυτοάνοσες παθήσεις (π.χ. συστηματικός ερυθηματώδης λύκος), καθώς και διαταραχές του μεταβολισμού (π.χ. γλυκόζης)
  3. Ανεξήγητη Υπογονιμότητα. Σε ποσοστό 25-30% των υπογόνιμων ζευγαριών δεν εντοπίζεται κανένας παράγοντας στον οποίο να αποδίδεται η αδυναμία σύλληψης με αποτέλεσμα η υπογονιμότητα να χαρακτηρίζεται ως ¨αγνώστου αιτιολογίας ¨ και το ζεύγος τελικά να καταφεύγει στη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Άλλοι λόγοι που  ωθούν στην επιλογή της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης

  1. Όταν παρίσταται ανάγκη διάγνωσης ανωμαλιών του εμβρύου πριν εγκατασταθεί (επιβεβαιωθεί) η εγκυμοσύνη˙ πριν δηλαδή από την εμφύτευσή του στη μήτρα (προεμφυτευτική διάγνωση) όπως σε: α) ζευγάρια που έχουν οικογενειακό ιστορικό κληρονομικής νόσου (π.χ. β-μεσογειακή αναι­μία), β) ζευγάρια που πρέπει να επιλέξουν το φύλο του εμβρύου με σκοπό να αποτρέψουν μια ασθένεια που σχετίζεται με αυτό (φυλοσύνδετα νοσήματα), γ) ζευγάρια που έχουν ήδη ένα παιδί με ανίατη ασθένεια και χρειάζονται συμβατά κύτταρα από ένα δεύτερο υγιές παιδί για να θεραπεύσουν το πρώτο.
  2. Όταν επιδιώκεται η διατήρηση της γονιμότητας γυναικών που θα υποβληθούν σε χημειο/ακτινο θεραπεία ή επέμβαση που πρόκειται να επιφέρει καταστροφή των ωοθηκών, αλλά και γυναικών που επιθυμούν να αναβάλουν την απόκτηση παιδιού για το μέλλον όποτε, εκ των προτέρων, λαμβάνονται και καταψύχονται ωάρια για μελλοντική εξωσωματική γονιμοποίηση.
  3. Όταν επιζητείται η τεκνοποίηση από ζευγάρια όπου η γυναίκα έχει την μήτρα της, επομένως μπορεί να επιτευχθεί «σύλληψη», όμως: α) είτε η γυναίκα του ζεύγους δεν έχει ωάρια (π.χ. σύνδρομο Turner, εμμηνόπαυση), ή τα δικά της ωάρια παρουσιάζουν κακή ποιότητα (π.χ. κλιμακτήριος), β) είτε ο άνδρας του ζεύγους δεν έχει σπερματοζωάρια ή η ποιότητα του σπέρματος δεν είναι φυσιολογική (π.χ. σύνδρομο Klinefelter, Down, κρυψορχία) συνεπώς καταφεύγουν στη δωρεά ωαρίων, σπερματοζωαρίων ή και των δύο και το προκύπτον με τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης γονιμοποιημένο ωάριο ή/και έμβρυο μεταφέρεται στην μήτρα της γυναίκας.
  4. Όταν υπάρχει επιθυμία απόκτησης παιδιού υπό συνθήκες ¨στειρότητας¨, επί παραδείγματι από γυναίκες που δεν μπορούν να εγκυμονήσουν διότι δεν έχουν μήτρα (υστερεκτομή) ή από ομοφυλόφιλα ζευγάρια (άνδρες), ως εκ τούτου επιλέγεται η παρένθετη κύηση ως μέθοδος αναπαραγωγής με εξωσωματική γονιμοποίηση των δικών τους ή/και ξένων ωαρίων.
Sending
User Review
5 (5 votes)

Συχνές ερωτήσεις

1. Είναι η εξωσωματική γονιμοποίηση επιβαρυντική για την υγεία μου;

Γενικώς η εξωσωματική γονιμοποίηση είναι ακίνδυνη.
  Ο φόβος ορισμένων γυναικών ότι η φαρμακευτική διέγερση των ωοθηκών ενδέχεται να εξαντλήσει τα αποθέματα των ωαρίων τους είναι απλώς αβάσιμος.
  Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται δεν είναι καρκινογόνα και ο κίνδυνος η εξωσωματική γονιμοποίηση να συνδέεται με γυναικολογικούς καρκίνους (ωοθήκης, μήτρας, μαστού) είναι ακριβώς ο ίδιος με εκείνον του γενικού πληθυ­σμού.
  Το ποσοστό επιπλοκής, από την αναισθησία ή και την ίδια τη επέμβαση, κατά τη συλλογή ωαρίων είναι το ίδιο με εκείνο οποιασδήποτε άλλης ολιγόλεπτης χειρουργικής επέμβασης και είναι ελάχιστο.
  Όσον αφορά την σοβαρότερη των επιπλοκών της εξωσωματικής γονιμοποίησης που ονομάζεται σύνδρομο υπερδιέγερσης των ωοθη­κών η συχνότητα εμφάνισής της είναι μόνο 1% και το ποσοστό των γυναικών που θα χρειαστεί νοσήλια λόγω αυτής είναι ακόμη χαμηλότερο.

2. Είναι επώδυνη η διαδικασία;

Όχι. Η διέγερση των ωοθηκών μπορεί να προκαλέσει ήπια δυσφορία (πόνο όπως της περιόδου χαμη­λά στην κοιλιά), η δε ωοληψία δεν προκαλεί πόνο διότι πραγματοποιείται υπό μέθη (με αναισθησία η οποία δεν είναι πλήρης όπως αυτή που εκτελείται στις τυπικές χειρουργικές επεμβάσεις).

3. Πόσες φορές μπορώ να επαναλάβω τον κύκλο της εξωσωματικής γονιμοποίησης;

Αν και δεν τίθεται κάποιο όριο στον αριθμό των προσπαθειών ωστόσο υπάρχουν πολλές παράμετροι που τον επηρεάζουν (η ηλικία, η ανταπόκριση σε προηγούμενους κύκλους εξωσωματικής, οι οικονομικές επιπτώσεις κ.α.). Επίσης οι υπερβολικές απόπειρες εξωσωματικής γονιμοποίησης ενδέχεται να μειώσουν την πιθανότητα εγκυμοσύνης. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η εξωσωματική γονιμοποίηση επαναλαμβάνεται 3-4 φορές.

4. Πόσο καιρό πρέπει να περιμένω μεταξύ των προσπαθειών;

Δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά στα ποσοστά επιτυχίας μεταξύ των προσπαθειών που έχουν πραγματοποιηθεί διαδοχικά κι εκείνων μετά την παρέλευση κάποιου χρονικού διαστήματος. Ως εκ τούτου, εναπόκειται εξ ολοκλήρου στο ζευγάρι να αποφασίσει πόσο καιρό θέλει να περιμένει μέχρι να ξαναπροσπαθήσει. Πάντως μετά από μια αρχική αποτυχία εξωσωματικής γονιμοποίησης ίσως χρειαστεί να περάσουν κάποιοι μήνες (ένας τουλάχιστον πλήρης εμμηνορροϊκός κύκλος),  για να ¨επουλωθεί¨ κυρίως το συναισθηματικό τραύμα, πριν από μια επόμενη προσπάθεια.

5. Θα είναι υγιές το παιδί μου;

Μέχρι σήμερα έχουν γεννηθεί περισσότερα από 6.000.000 παιδιά με εξωσωματική γονιμοποίηση και οι επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν πως δεν υπάρχει για τα παιδιά αυτά στατιστικά σημαντική αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ανάπτυξης, σωματικής ή ψυχικής, σε σχέση με τα παιδιά της φυσικής σύλληψης ούτε παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου στο μέλλον. Οι λιγοστές παρενέργειες της εξωσωματικής γονιμοποί­ησης κατά κανόνα αφορούν τη μητέρα και όχι το έμβρυο.

6. Ποια είναι τα ποσοστά επιτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης;

Δυστυχώς, δεν επιτυγχάνουν όλες οι προσπάθειες εξωσωματικής. Τα καλύτερα ποσοστά επιτυχίας τα έχουν οι γυναίκες μέχρι 37 ετών (έως και 62%), τα οποία ωστόσο μειώνονται προοδευτικά  με την αύξηση της ηλικίας τους, κατά τρόπο ώστε μία γυναίκα στα 45 της έτη να έχει μικρότερη του 8% πιθανότητα εγκυμοσύνης με εξωσωματική γονιμοποίηση.

Κοροναϊός και Εγκυμοσύνη

Οι ακόλουθες συμβουλές σχετικά με τον κοροναϊό παρέχονται βασιζόμενες στη σύνθεση των έως τώρα διαθέσιμων στοιχείων, πρακτικών και συμβουλών εμπειρογνωμόνων με σκοπό την παροχή ασφαλούς πληροφόρησης στις έγκυες γυναίκες. Λάβετε υπόψη σας ότι η κατάσταση αυτή είναι εξελισσόμενη και ότι νέες πληροφορίες είναι διαθέσιμες καθημερινά.

Γενικά

Ο κοροναϊός (SARS-COV-2) είναι ένα νέο στέλεχος των κοροναϊών που μέχρι σήμερα δεν είχε απομονωθεί στον άνθρωπο. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην πόλη Wuhan της επαρχίας Hubei της Κίνας. Έκτοτε η Κίνα παραμένει η χώρα με τον μεγαλύτερο αριθμό προσβεβλημένων ατόμων. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η Ιταλία και η Ισπανία είναι οι πλέον πληγείσες χώρες αλλά η κατάσταση αυτή μεταβάλλεται φυσικά γρήγορα. Άλλες λοιμώξεις από κοροναϊούς που προσβάλουν τον άνθρωπο είναι το κοινό κρυολόγημα (HCoV 229E, NL63, OC43 και HKU1), το αναπνευστικό σύνδρομο της Μέσης Ανατολής (MERS-CoV) και το σοβαρό οξύ αναπνευστικό σύνδρομο (SARS-CoV).

Μετάδοση της μόλυνσης (COVID-19)

Στις περισσότερες περιπτώσεις σε παγκόσμια κλίμακα ο κοροναϊός φαίνεται πως μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο τόσο μέσω της αναπνευστικής οδού (φτέρνισμα βήχας), όσο και δια της επαφής με μολυσμένα αντικείμενα (μαχαιροπήρουνα, πόμολα κ.α.) ή δια των κοπράνων με συνέπεια να εξαπλώνεται εύκολα και γρήγορα.

Στοιχεία για την εγκυμοσύνη

Συμπτώματα στη έγκυο

Η μεγάλη πλειοψηφία των εγκύων γυναικών παρουσιάζουν ήπια ή μέτρια συμπτωματολογία με εκδηλώσεις τυπικές του κοινού κρυολογήματος ή της γρίπης (πονοκέφαλος, καταρροή, πονόλαιμος, κακουχία). Βήχας,  πυρετός ή/και δύσπνοια μπορεί επίσης να εμφανιστούν. Οι σοβαρές επιπλοκές της ίωσης από κοροναϊό όπως η πνευμονία και η έντονη υποξία παρουσιάζονται κυρίως σε έγκυες με χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης, ο καρκίνος και η χρόνια πνευμονική νόσος, καθώς και στις ανοσοκατασταλμένες. Ορισμένες δε έγκυες ενδέχεται να είναι απολύτως ασυμπτωματικές.

Αναφορικά με την κύηση

Δεν υπάρχουν επί του παρόντος στοιχεία που να υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής ή πρόωρου τοκετού που σχετίζονται με μόλυνση από τον κοροναϊό. Επίσης η γνώμη των ειδικών είναι ότι το έμβρυο είναι μάλλον απίθανο να μολυνθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Μία πρόσφατη έρευνα (Chen et al), όπου ελέγχθηκαν το αμνιακό υγρό, το αίμα του ομφάλιου λώρου, ο πλακούντας, και τα νεογνά σε μητέρες που είχαν μολυνθεί από τον ιό κατέδειξε ότι όλα τα δείγματα είχαν αρνητικό για τον κοροναϊό αποτέλεσμα. Έτσι επειδή δεν υπάρχουν ενδείξεις ενδομήτριας μόλυνσης του εμβρύου, θεωρείται απίθανο ότι θα υπάρξουν συγγενείς ανωμαλίες που θα επηρεάσουν την ανατομική ή νοητική αρτιότητα του ατόμου που θα γεννηθεί. Στην ίδια τέλος έρευνα ελέγχτηκε επίσης και το μητρικό γάλα όπου κι εκεί τα δείγματα ήταν αρνητικά με συνέπεια να θεωρείται ότι το νεογνό δεν μολύνεται ούτε κατά τον θηλασμό.  Πάντως, λόγω του μικρού αριθμού των περιστατικών, δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά δεδομένα και θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί σε σχέση με τα στοιχεία που ανακοινώνονται.

Συχνές ερωτήσεις

Μπορώ να εργαστώ εάν είμαι έγκυος ;

Σε περιβάλλον που υπάρχει συναναστροφή με το κοινό θα πρέπει να αποφεύγεται η εργασία.

Γιατί οι έγκυες κατατάσσονται στις ευπαθείς ομάδες ;

Αν και βάσει των στοιχείων που υπάρχουν μέχρι στιγμής οι έγκυες γυναίκες δεν έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να προσβληθούν από κοροναϊό σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό ή και να νοσήσουν ποιο σοβαρά, ωστόσο επειδή αφενός μεν η κύηση προκαλεί καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος και αφετέρου επειδή και για άλλες ιογενείς αναπνευστικές λοιμώξεις οι έγκυες παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών γι αυτό και κατατάσσονται προληπτικά στις ευπαθείς ομάδες.

Ποια επίδραση έχει η μόλυνση από τον κοροναϊό στις έγκυες ;

Αναμένεται ότι η μεγάλη πλειοψηφία των εγκύων γυναικών θα παρουσιάσει μόνο ήπια ή μέτρια συμπτώματα παρόμοια με αυτά του κρύου κρυολογήματος ή της γρίπης.

Ποια επίδραση έχει ο κοροναϊός στην εγκυμοσύνη μου;

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής ή προώρου τοκετού για τις μολυσμένες έγκυες.

Θα μπορούσα να μεταδώσω τον κοροναϊό στο μωρό μου εάν μολυνθώ ;

Προς το παρόν, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες αναφορές θετικών εγκύων που έχουν μολύνει με τον ιό το έμβρυο.

Θα μπορέσω να θηλάσω το μωρό μου εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη μόλυνσή μου από κοροναϊό ;

Ναι. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο ιός μπορεί να μεταδοθεί στο νεογνό απ΄το μητρικό γάλα. Το νεογνό κινδυνεύει να μολυνθεί δια της επαφής του με μολυσμένα αντικείμενα (χέρια, θήλαστρα) ή σταγονίδια (φτέρνισμα, βήχας).
Εάν θηλάζετε το μωρό σας, συνιστώνται οι ακόλουθες προφυλάξεις:
· Επιμελές πλύσιμο των χεριών πριν αγγίξετε το μωρό, το θήλαστρο ή το μπιμπερό,
· Αποφύγετε το βήχα ή το φτέρνισμα ενώ θηλάζετε το μωρό σας,
· Φοράτε μάσκα προσώπου κατά το θηλασμό.

Sending
User Review
5 (14 votes)

Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

Γενικά στοιχεία για τα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Θεωρείται ότι υπάρχουν 50 διαφορετικά είδη Σεξουαλικά Μεταδιδόμενων Νοσημάτων (Σ.Μ.Ν.) (αφροδίσια νοσήματα) τα οποία στην πλειονότητά τους είναι εύκολα αντιμετωπίσιμα και ιάσιμα, ορισμένα ωστόσο ενδέχεται να αποδειχθούν εξαιρετικά επικίνδυνα, αφού μπορεί να αποτελέσουν αιτία αποβολών, στειρότητας, σπανιότατα ακόμη και θανάτου.   

   Τα περισσότερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα εκδηλώνονται με παρόμοια συμπτωματολογία όπως κνησμό (φαγούρα), ασυνήθιστη έκκριση υγρών από τον κόλπο ή την ουρήθρα, κάψιμο κατά τη σεξουαλική επαφή ή την ούρηση, πόνο, εξανθήματα, εξογκώματα ή πληγές στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή γύρω από αυτά. Συχνά η προσβολή δεν γίνεται αντιληπτή καθώς τα συμπτώματα είτε καθυστερούν να εμφανιστούν, είναι ήπια ή και ανύπαρκτα. Εκτιμάται ότι το ήμισυ των προσβαλλόμενων ατόμων ανήκει στην ηλικιακή ομάδα των 15-24 ετών.

   Ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει επίσης να ελέγχεται και συχνά λαμβάνει κι αυτός θεραπεία.

Τα 10 συνηθέστερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Χλαμύδια

Πρόκειται για βακτηριακή λοίμωξη από το μικρόβιο Chlamydia trachomatis πού δεν υπάρχει φυσιολογικά στον κόλπο. Το μικρόβιο αυτό μεταδίδεται με κάθε μορφής σεξουαλική επαφή. Εγκαθίσταται στον τράχηλο της μήτρας απ’ όπου μπορεί να “μετακινηθεί” προς το εσωτερικό της και τις σάλπιγγες, προκαλώντας τοπική φλεγμονή η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε υπογονιμότητα ή/και εξωμήτρια κύηση. Μεταδίδεται και από τη μολυσμένη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού. Τα συμπτώματα είναι όμοια με αυτά άλλων Σ.Μ.Ν.: έκκριση υγρών, τσούξιμο κατά την ούρηση κ.α. Τόσο η ασθενής όσο και ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να λάβουν φαρμακευτική θεραπεία.

   Γονόρροια (βλεννόρροια)

Είναι επίσης βακτηριακή μόλυνση. Προκαλείται από το μικρόβιο Ναϊσσέρια της γονόρροιας πού δεν αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου. Τα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια και πολλές γυναίκες τα παρερμηνεύουν ως κολπίτιδα από κοινά βακτήρια. Η νόσος μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις εάν δε ληφθεί έγκαιρα φαρμακευτική θεραπεία. Το μικρόβιο εγκαθίσταται συνήθως στην ουρήθρα, το ορθό, τον τράχηλο της μήτρας αλλά και στο λάρυγγα. Υπάρχει περίπτωση να μολυνθούν και τα νεογνά κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού εφόσον νοσεί η μητέρα.

   Σύφιλη

Οφείλεται κι αυτή σε βακτήριο (treponema pallidum). Επειδή συναντάται σπάνια πλέον και εφόσον μιμείται πολλά από τα συμπτώματα άλλων Σ.Μ.Ν. η διάγνωσή της είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Ξεκινά με την εμφάνιση μιας ανώδυνης μικροσκοπικής πληγής στα γεννητικά όργανα (έλκος) το οποίο μπορεί να περάσει εντελώς απαρατήρητο. Η νόσος παραμείνει ασυμπτωματική (σε λανθάνουσα κατάσταση) για πολλά (10 έως 20) έτη ωστόσο το βακτήριο της σύφιλης επιτίθεται στα εσωτερικά όργανα, τους μύες, την καρδιά, τον εγκέφαλο, τα νεύρα, τα μάτια και τις αρθρώσεις, διέρχεται τον πλακούντα προσβάλλοντας και το έμβρυο. Η αντιμετώπιση είναι φαρμακευτική.

   Τριχομονάδες

Το πρωτόζωο trichomonas vaginalis, το οποίο προσβάλει τον κόλπο ή/και την ουρήθρα, είναι ο υπεύθυνος παράγοντας. Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι τα υδαρή κιτρινωπά δύσοσμα υγρά, ο κνησμός και ο τοπικός ερεθισμός. Μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή η γυναίκα ωστόσο είναι δυνατόν να μολυνθεί από πισινές ή μπανιέρες, από πετσέτες ή μαγιό. Τόσο η ασθενής όσο και ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να λάβουν φαρμακευτική θεραπεία.

   Κονδυλώματα

Είναι ιογενής μόλυνση. Ο HPV ιός αποτελεί μια από τις συχνότερες σεξουαλικά μεταδιδόμενες μολύνσεις στις μέρες μας. Οι περισσότεροι φορείς του ιού είναι ασυμπτωματικοί, όμως ο ιός μεταδίδεται πολύ εύκολα με κάθε τύπο σεξουαλικής επαφής και είναι υπεύθυνος για ποικίλες κλινικές εκδηλώσεις στα γεννητικά όργανα, υπό τη μορφή κονδυλωμάτων (αιδοίο / κόλπος / περίνεο / εφήβαιο) έως και κυτταρικών αλλοιώσεων (δυσπλασίες ή/και καρκίνος) στον τράχηλο της μήτρας, τον πρωκτό, ακόμη και τον λάρυγγα. Ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει πάντα να ελέγχεται. Ο ιός μεταδίδεται επίσης και από τη μολυσμένη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού. Η θεραπεία είναι είτε φαρμακευτική ή χειρουργική. Ο προφυλακτικός εμβολιασμός έναντι του HPV ιού συστήνεται για όλα τα νεαρά άτομα ανεξαρτήτως του φύλου.

    Έρπης των γεννητικών οργάνων

Πρόκειται επίσης για ιογενή λοίμωξη. Μεταδίδεται με κάθε μορφή σεξουαλικής επαφής. Προκαλεί μικρές επώδυνες πληγές στα γεννητικά όργανα (ή/και το στόμα). Τα συμπτώματα εμφανίζονται περιοδικά παρουσιάζοντας εξάρσεις και υφέσεις. Δεν υπάρχει “μόνιμη” θεραπεία (παρά μόνο φαρμακευτική, ανακουφιστική των συμπτωμάτων) και μπορεί να μεταδοθεί ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα, όπως επίσης και από τη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού εάν νοσεί η μητέρα.

   Ηπατίτιδα

Οι ιογενείς ηπατίτιδες Β και C συγκαταλέγονται στα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα. Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται τόσο με τα σωματικά υγρά όσο και με το αίμα, ενώ η C συχνότερα με το αίμα. Η μόλυνση από τους ιούς αυτούς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά (έως και θανατηφόρα) προβλήματα από το ήπαρ, καθιστώντας έτσι την νόσο ένα από τα πιο επικίνδυνα Σ.Μ.Ν. Εκδηλώνεται με γενικευμένη, άτυπη συμπτωματολογία (κούραση, ανορεξία, φαγούρα, κοιλιακό πόνο, απώλεια βάρους κ.α.). Οι θετικές για ηπατίτιδα Β γυναίκες και αυτές με πρόσφατη λοίμωξη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης ενδέχεται να μεταδώσουν τη μόλυνση στο νεογνό, ενώ μικρότερο ποσοστό θετικών για ηπατίτιδα C γυναικών μεταδίδει κατά τον τοκετό τη νόσο. Μόνο συμπτωματική φαρμακευτική θεραπεία διατίθεται για τη νόσο αλλά και προφυλακτικός εμβολιασμός.

   AIDS

Η μόλυνση από τον ιό HIV δε θεραπεύεται και οδηγεί τελικά στο θάνατο. Αν και το AIDS δεν αποτελεί ένα από τα συχνότερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα είναι σίγουρα το πιο σοβαρό. Άτομα προσβεβλημένα από άλλα Σ.Μ.Ν. που προκαλούν πληγές και εκδορές, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να προσβληθούν και από AIDS. Τα συμπτώματα της νόσου καθυστερούν (από λίγες εβδομάδες έως και 15 έτη) να παρουσιαστούν και είναι γενικευμένα και άτυπα με πιο συνηθισμένα τον πυρετό, τον πονόλαιμο, τη διόγκωση των λεμφαδένων, την εύκολη κόπωση, την απώλεια βάρους, την επιρρέπεια στις λοιμώξεις κ.α. Η χορήγηση κατάλληλων φαρμακευτικών σκευασμάτων στη μητέρα, κατά την διάρκεια της κύησης, και στο νεογνό, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό, άλλα και η διενέργεια καισαρικής τομής καθώς και η αποφυγή του θηλασμού έχουν περιορίσει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ίου στο νεογνό. Μόνο συμπτωματική φαρμακευτική θεραπεία διατίθεται για τη νόσο.

   Κυτταρομεγαλοϊός

Μεταδίδεται κι αυτός με τη στενή επαφή (φιλί, σεξουαλική επαφή). Εκτιμάται ότι το 70-80% των ενηλίκων έχει μολυνθεί απ΄ αυτόν (συχνότερα οι γυναίκες). Με πολύ μικρή πιθανότητα ενδέχεται να μεταδοθεί από τη μητέρα στο έμβρυο κατά την κύηση, είτε στο νεογνό κατά τον τοκετό ή το θηλασμό. Σπανιότατα προκαλεί ήπια και άτυπα (χαμηλό πυρετό, κούραση, ανορεξία, λεμφαδενίτιδα) συμπτώματα. Δεν υπάρχει “μόνιμη” παρά μόνο ανακουφιστική, των συμπτωμάτων, φαρμακευτική θεραπεία.

   Φθειρίαση των γεννητικών οργάνων

Οι ψείρες (παρασιτικά έντομα) ζουν και αναπαράγονται στις τρίχες του εφήβαιου και μεταδίδονται τόσο δια της σεξουαλικής επαφής αλλά και με πετσέτες, εσώρουχα, μαγιό. Είναι ορατές “δια γυμνού οφθαλμού” κατά την κλινική εξέταση. Δεν είναι επικίνδυνες για την υγεία όμως προκαλούν έντονο κνησμό / ξεσμό με επακόλουθο τον τοπικό ερεθισμό. Η ανταπόκριση των προσβεβλημένων ατόμων είναι άμεση με τοπικά εφαρμοζόμενη φαρμακευτική θεραπεία.

Πρόληψη

   Για την καλύτερη προστασία από τα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα επιβάλλεται η χρήση ανδρικού προφυλακτικού κατά και σε κάθε σεξουαλική επαφή. Επίσης είναι αναγκαίο τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες να ελέγχονται προληπτικώς περιοδικά.

Πια ΔΕΝ αποτελούν Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Η βακτηριακή και η μυκητιασική κολπίτιδα συχνά, αλλά λανθασμένα, συγκαταλέγονται μεταξύ των Σεξουαλικά Μεταδιδόμενων Νοσημάτων. Οι λοιμώξεις αυτές είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα διαταραχής της ισορροπίας της χλωρίδας του κόλπου με συνέπεια τον υπερπολλαπλασιασμό και επικράτηση κάποιων εκ των μικροοργανισμών (στρεπτόκοκκος, σταφυλόκοκκος, αιμόφιλος, μύκητες) εις βάρος των υπολοίπων μικροβίων που φυσιολογικά υπάρχουν στον κόλπο. Προσβάλλονται γυναίκες κάθε ηλικίας, ανεξαρτήτως σεξουαλικής δραστηριότητας, ακόμη κι αυτές που δεν είχαν ποτέ σεξουαλική επαφή και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται έλεγχος ή θεραπεία και του σεξουαλικού συντρόφου.

Sending
User Review
5 (18 votes)

Το Χάπι Επόμενης Ημέρας – Επείγουσα Αντισύλληψη

Το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ αποτελεί την κυρίαρχη εκ των διαθέσιμων μεθόδων επείγουσας αντισύλληψης.

Επείγουσα αντισύλληψη

   Επείγουσα είναι η αντισύλληψη ¨έκτακτης ανάγκης¨ που λαμβάνεται με σκοπό να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μετά από ερωτική συνεύρεση κατά τη διάρκεια των “γόνιμων ημερών” (περί το χρόνο της ωορρηξίας), που μπορεί να προκύψει είτε λόγω επαφής χωρίς προφύλαξη, ή ατυχήματος με το προφυλακτικό (ανδρικό, γυναικείο, κολπικό διάφραγμα) ή παράληψης του αντισυλληπτικού χαπιού ή σε περιπτώσεις βιασμού.

Δύο Μέθοδοι Επείγουσας Αντισύλληψης υπάρχουν

A) Στην πρώτη κατατάσσεται το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ όπου διακρίνουμε τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:

  1. Μέθοδος Yuzpe. Χορηγούνται μεγάλες δόσεις συνηθισμένων αντισυλληπτικών χαπιών που περιέχουν συνδυασμό οιστρογόνου και προγεσταγόνου. Αποτελεί την παλαιότερη από τις διαθέσιμες μέθοδος επείγουσας αντισύλληψης. Απαιτείται η χρήση συγκεκριμένων αντισυλληπτικών σκευασμάτων. Λαμβάνονται συνήθως 2 χάπια μαζί κάθε 12 ώρες για 2 ημέρες εντός 72 ωρών από την επικίνδυνη σεξουαλική επαφή. Ασκεί τη δράση της κυρίως εμποδίζοντας ή καθυστερώντας την ωορρηξία, εάν αυτή δεν έχει συμβεί πριν την επαφή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε γυναίκες στις οποίες απαγορεύεται η χορήγηση των ¨κλασικών¨ αντισυλληπτικών χαπιών. Έχει τη μικρότερη αποτελεσματικότητα από όλες της μεθόδους.
  2. Σε αυτή την κατηγορία χρησιμοποιούνται δισκία που περιέχουν την ουσία μιφεπριστόνη η οποία δρα κυρίως εμποδίζοντας την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στη μήτρα και ως ένα βαθμό αναστέλλοντας την ωορρηξία. Λαμβάνονται συνήθως 10mg της ουσίας εντός 72 ωρών από την χωρίς προφύλαξη επαφή. Αποτελεί την ποιο σπάνια χρησιμοποιούμενη από τις μεθόδους επείγουσας αντισύλληψης.
  3. Στην τρίτη κατηγορία ανήκει το ¨κλασικό¨ τελευταίας γενιάς ¨χάπι επόμενης ημέρας¨. Στην Ελληνική αγορά κυκλοφορούν δύο σκευάσματα που διαφέρουν ως προς την ουσία που περιέχουν, την αποτελεσματικότητα της δράσης τους και ως προς τον χρόνο κατά το οποίο θα πρέπει να ληφθούν ώστε να παρέχουν προστασία (με μέγιστο το διάστημα των πέντε ημερών). Ανάλογα με το σκεύασμα δουν προλαμβάνοντας ή καθυστερώντας την ωορρηξία, εμποδίζοντας τη γονιμοποίηση του ωαρίου ή αποτρέποντας την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωάριου στη μήτρα. Αποτελεί την ποιο συχνά χρησιμοποιούμενη από όλες τις μεθόδους επείγουσας αντισύλληψης.

   Όλα τα ανωτέρω σκευάσματα ενδέχεται να προκαλέσουν κοινές ήπιες και σύντομης διάρκειας παρενέργειες με συνηθέστερες αυτές της αδιαθεσίας, της ναυτίας, του ίλιγγου και σπανιότερες τον πονοκέφαλο, τον πόνο στην κοιλιά, την τάση στους μαστούς, τη διάρροια και τον εμετό. Αν το ¨χάπι¨ προκαλέσει εμετό στις επόμενες δυο ώρες μετά τη κατάποσή του, υπάρχει πιθανότητα να μην απορροφήθηκε από τον οργανισμό και να μη δράσει αποτελεσματικά. Σε αυτήν την περίπτωση θα χρειαστεί να επαναληφθεί η δόση. Η λήψη αντιεμετικού μια ώρα πριν τη λήψη του αντισυλληπτικού ελαττώνει την επίπτωση και την βαρύτητα της ναυτίας.

   Επειδή το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ παρεμβαίνει στο ορμονικό σύστημα της γυναίκας πιθανών να επηρεάσει τον κύκλο της. Ορισμένες γυναίκες παρατηρούν ασυνήθιστες αιμορραγίες στο διάστημα μετά τη λήψη του χαπιού και μέχρι την επόμενή περίοδο. Συνήθως η περίοδος εμφανίζεται τον αναμενόμενο χρόνο, μπορεί όμως να παρουσιαστεί νωρίτερα ή/και να καθυστερήσει μερικές ημέρες. Ορισμένες φορές το αίμα της περιόδου είναι περισσότερο. Μέχρι την εμφάνιση της επόμενης εμμηνόρροιας, συνιστάται οι σεξουαλικές επαφές να πραγματοποιούνται με προφυλακτικό.

   Για να έχει το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, (έως 95%) θα πρέπει να λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό μετά την “επικίνδυνη” επαφή, αφού η αποτελεσματικότητά του μειώνεται με την πάροδο των ημερών, και όχι αργότερα από 5 ημέρες (ανάλογα και με το σκεύασμα). Ένας πρόσθετος παράγοντας που ελαττώνει την αποτελεσματικότητα του χαπιού είναι το αυξημένο σωματικό βάρος.

   Όλες οι γυναίκες μπορούν να πάρουν το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ ωστόσο θα πρέπει να αναζητείται και η ιατρική συμβουλή καθώς κάποια από τα σκευάσματα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με άλλα φάρμακα.

   Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό πως το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ δεν υποκαθιστά την κλασική αντισύλληψη, δεν αποτελεί δηλαδή εναλλακτική προς αυτή μέθοδο, αλλά προσωρινό μέτρο και δεν συνιστάται για τακτική χρήση αφού α) δεν παρέχει προστασία για όλο τον κύκλο της γυναίκας, β) έχει μικρότερη αποτελεσματικότητα από μια μόνιμη μέθοδο αντισύλληψης, γ) μπορεί να διαταράξει τον κύκλο της γυναίκας με συνέπεια να αυξήσει τον κίνδυνο σύλληψης στους επόμενους κύκλους και τέλος δ) με την επαναλαμβανόμενη χρήση του ελαττώνεται η αποτελεσματικότητά του.

B) Στην δεύτερη μέθοδο κατατάσσεται το ενδομήτριο σπείραμα ¨spiral¨

   Το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται στη μήτρα εντός μιας εβδομάδος ή και αργότερα εάν η ωορρηξία δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά την επικίνδυνη σεξουαλική επαφή. Εάν το σπιράλ τοποθετηθεί στην κοιλότητα της μήτρας εντός πέντε ημερών μετά την επαφή παρέχει πλήρη προστασία έναντι μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, σε σύγκριση δε με το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ έχει αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό αποτελεσματικότητας (έως 99%).

   Το σπιράλ χρησιμοποιείται συνήθως όταν έχει παρέρθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορεί να ληφθεί το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨. Αφαιρείται στην επομένη περίοδο, ωστόσο μπορεί και να παραμείνει για αρκετά έτη μιας και δύναται να χρησιμοποιηθεί και ως μέθοδος ¨κλασικής¨ αντισύλληψης. Δεν διαταράσσει τον κύκλο της γυναίκας και επιπρόσθετα μέχρι την έλευση της επόμενης εμμηνόρροιας δεν είναι απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού κατά τις σεξουαλικές επαφές. Σπάνια προκαλεί κράμπες κατά την περίοδο ή περιόδους με περισσότερο αίμα.

   Μοναδική αντένδειξη για την τοποθέτηση σπειράματος είναι η ύπαρξη ενεργού πυελικής λοίμωξης.

Γενικές παρατηρήσεις και για τις δύο Μεθόδους Επείγουσας Αντισύλληψης

   Συνήθως δεν απαιτείται κάποιος έλεγχος πριν τη χρήση επείγουσας αντισύλληψης αλλά ούτε μετά από αυτή κάποια ιατρική παρακολούθηση. Ωστόσο γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό σαλπιγγίτιδας ή εξωμήτριας εγκυμοσύνης θα πρέπει να αναζητούν ιατρική συμβουλή αφού αμφότερες οι μέθοδοι ενέχουν μικρό κίνδυνο να προκαλέσουν εξωμήτρια κύηση.

   Καμία εκ των μεθόδων επείγουσας αντισύλληψης δεν προστατεύει έναντι των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.

   Καμία από τις μεθόδους δεν επηρεάζει τη γονιμότητα της γυναίκας.

   Ολοκληρώνοντας καμία από τις μεθόδους δεν προσφέρει προστασία αν έχει ήδη εμφυτευθεί το γονιμοποιημένο ωάριο στην μήτρα και η εγκυμοσύνη έχει ξεκινήσει, αφού δεν προορίζονται για τερματισμό της κύησης. Η καθυστέρηση της αναμενόμενης περιόδου για περισσότερο από μια εβδομάδα, ή η ασυνήθιστη αιμορραγία κατά τις μέρες της περιόδου θέτει την υποψία εγκυμοσύνης και η γυναίκα θα πρέπει να κάνει ένα τεστ κύησης. Εάν εν τέλει προκύψει εγκυμοσύνη αυτή, εφόσον η γυναίκα το επιθυμεί, μπορεί να συνεχιστεί απρόσκοπτα, ανεξάρτητα από τη μέθοδο επείγουσας αντισύλληψης που χρησιμοποίησε.

Sending
User Review
5 (20 votes)

Παπ τεστ / Τεστ Παπανικολάου

Παπ τεστ

Σε τι χρησιμεύει το Παπ τεστ

   Το Παπ τεστ (Τεστ Παπανικολάου) είναι μια εύκολη, σύντομη, ανώδυνη και εξόχως σημαντική προληπτική εξέταση. Με αυτό έγκαιρα εντοπίζονται στα κύτταρα (κυτταρολογική εξέταση) του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου δυνητικά επικίνδυνες αλλοιώσεις (δυσπλασίες / προκαρκινικές αλλοιώσεις) η παρουσία των οποίων, υπό ορισμένες συνθήκες και σε μικρό ποσοστό, μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για την εμφάνιση κακοήθειας (καρκίνου τραχήλου ή κόλπου). Το Παπ τεστ μπορεί επίσης να ανιχνεύσει διαταραχές των κυττάρων του ενδοτραχήλου και του ενδομήτριου όμως δεν είναι ¨ειδικό¨ για αυτόν τον σκοπό.

   Πέραν των ανωτέρω, διάφορες βακτηριακές, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις ανιχνεύονται επίσης για τις οποίες ωστόσο το Παπ τεστ έχει μικρή ευαισθησία, όποτε η απουσία εντοπισμού τους σε ένα Παπ τεστ δε σημαίνει απαραίτητα πως το άτομο δεν είναι μολυσμένο. Στις περιπτώσεις αυτές, ο γυναικολόγος ενδέχεται να συστήσει εξετάσεις μεγαλύτερης ειδικότητας και ευαισθησίας (άμεση μικροσκοπική εξέταση, καλλιέργεια κολπο/τραχηλικού εκκρίματος κ.α.).

Ηλικία Έναρξης των Ελέγχων

   Επειδή η αιτιολογική σχέση μεταξύ της σεξουαλικά μεταδιδόμενης μόλυνσης από τον HPV ιό και της παρουσίας κυτταρικών αλλοιώσεων έχει πλήρως τεκμηριωθεί, το Παπ τεστ πρέπει να ξεκινά μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή μιας και κάθε σεξουαλικά ενεργή γυναίκα διατρέχει κίνδυνο να μολυνθεί από τον ιό αυτό. Ωστόσο δεν είναι απαραίτητος ο έλεγχος για τα δυο πρώτα έτη μετά την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας αφού το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει επιτυχώς την αρχική μόλυνση με συνέπεια οι προκαρκινικές αλλοιώσεις να χρειάζονται χρόνο έως ότου παρουσιαστούν.

   Επίσης επειδή ο ιός μπορεί να μεταδοθεί κατά την σεξουαλική πράξη μεταξύ γυναικών κι εκείνες οι γυναίκες που έχουν επαφές μόνο με άλλες γυναίκες θα πρέπει να εξετάζονται.

   Το Παπ τεστ είναι αναγκαίο να πραγματοποιείται και στις γυναίκες που έχουν εμβολιαστεί έναντι του HPV και αυτό διότι το εμβόλιο δεν καλύπτει όλους τους τύπους του ιού και δεν προστατεύει πλήρως το άτομο που έχει μολυνθεί από αυτόν πριν τον εμβολιασμό.

   Τέλος επειδή δεν οφείλονται όλοι οι καρκίνοι του τραχήλου της μήτρας στις HPV ιώσεις ακόμη και οι γυναίκες που δεν είναι μολυσμένες απ΄ αυτόν θα πρέπει να ελέγχονται προληπτικά έπειτα από την ηλικία των 20 ετών.

   Για τις γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε ολική υστερεκτομή (έχει αφαιρεθεί και ο τράχηλος) το Παπ τεστ έχει μικρή χρησιμότητα.

Συχνότητα Ελέγχων

   Από την πλειοψηφία των γυναικολόγων αλλά και από το Ελληνικό Σύστημα Υγείας προτείνεται η επανάληψη του Παπ τεστ κάθε έτος, όσο τα αποτελέσματα είναι φυσιολογικά. Μετά την ηλικία των 50 ετών, εφόσον η γυναίκα έχει μόνιμο σεξουαλικό σύντροφο και φυσιολογικά κατά το παρελθόν Παπ τεστ, μπορεί να ελέγχεται ανά διετία.

   Σε περιπτώσεις όπου το αποτέλεσμα του Παπ τεστ είναι μη φυσιολογικό, όπως επίσης και σε γυναίκες με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (χημειοθεραπεία, ανοσοκατασταλτικά) και επιβεβαιωμένη HPV μόλυνση ο έλεγχος ενδέχεται να χρειαστεί να επαναλαμβάνεται κάθε τέσσερις έως έξι μήνες.

   Αναφορές που έχουν δει το φως της δημοσιότητας για επανάληψη του Παπ τεστ κάθε τρία ή περισσότερα έτη αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές εθνικών συστημάτων υγείας άλλων χωρών βασιζόμενες κυρίως σε οικονομικούς σχεδιασμούς (κόστος / αποτελεσματικότητα) και όχι απαραίτητα αποδοτικότητας (περιορισμό νοσηρότητας και θνητότητας) του προληπτικού αυτού μέτρου.

Οριστική Παύση των Ελέγχων

   Το Παπ τεστ δεν είναι απαραίτητο να συνεχίζεται πέραν της ηλικίας των 70 ετών σε γυναίκες των οποίων οι προηγούμενες εξετάσεις ήταν αρνητικές, εκτός βέβαια εάν υπάρχει πρόσφατη μη φυσιολογική εξέταση ή νόσος που να δικαιολογεί τις επαναλήψεις του.

Καταλληλότερος Χρόνος για την διενέργεια του Παπ τεστ

   Το Παπ τεστ μπορεί να ληφθεί οποιαδήποτε ημέρα του κύκλου, μετά το τέλος της εμμήνου ρύσεως ή οποτεδήποτε σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

   Άριστο είναι να προγραμματίζεται την πρώτη εβδομάδα, μετά το πέρας της περιόδου και ιδανικά περί το μέσον του κύκλου. Πέραν τούτων πρέπει να διενεργείται 48 ώρες μετά από σεξουαλική επαφή, κολπική πλύση ή χρήση ταμπόν και μια εβδομάδα μετά τη ολοκλήρωση θεραπείας με αντιβιοτικά ή ενδοκολπικής θεραπείας.

   Τέλος κατά την εγκυμοσύνη ασφαλές είναι και θα πρέπει να γίνεται ένα τεστ Παπανικολάου κατά τις πρώτες 24 εβδομάδες, αλλά και 12 εβδομάδες μετά από τον τοκετό.

Τεχνική Λήψης

   Σημαντική για την όσο το δυνατό ¨ανώδυνη¨ ολοκλήρωση της ολιγόλεπτης εξέτασης είναι η συνεργασία της γυναίκας η οποία θα πρέπει να παραμένει χαλαρή και ήρεμη. Οι περισσότερες γυναίκες αισθάνονται ήπια δυσφορία, ελαφρά πίεση ή/και ¨πόνο περιόδου¨ κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας.

   Η εξέταση διενεργείται με την γυναίκα ξαπλωμένη σε γυναικολογική εξεταστική κλίνη. Ο γυναικολόγος εισάγει αργά μια συσκευή (κολποδιαστολέας) στον κόλπο η οποία χρησιμεύει για να τον διατηρεί ανοιχτό ώστε να παρέχεται πρόσβαση στον τράχηλο. Στη συνέχεια ο γιατρός λαμβάνει δείγμα κυττάρων, με τη βοήθεια ξύλινης σπάτουλας και μικρής βούρτσας, από τον κόλπο, την επιφάνεια και τον αυλό του τραχήλου.

   Τα δείγματα που συλλέγονται επιχρίονται σε γυάλινα πλακίδια και αφού ψεκαστούν με μονιμοποιητικό υλικό (για μακρά διατήρηση) αποστέλλονται στο κυτταρολογικό εργαστήριο. Το αποτέλεσμα είναι διαθέσιμο εντός μίας περίπου εβδομάδος.

Πώς Ερμηνεύονται τα Αποτελέσματα της εξέτασης

Δύο είναι τα πιθανά αποτελέσματα του Παπ τεστ: το Φυσιολογικό και το Μη Φυσιολογικό.

Φυσιολογικό (αρνητικό) αποτέλεσμα

   Σημαίνει ότι δεν ανευρέθηκαν παθολογικά κύτταρα στο δείγμα.

Μη φυσιολογικό (παθολογικό) αποτέλεσμα

   Σημαίνει ότι εντοπίστηκαν παθολογικά κύτταρα, είτε τραχηλικά ή κολπικά, ή/και σπανιότερα του ενδοτραχήλου/ενδομητρίου. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν δηλώνει απαραίτητα ότι υπάρχουν εστίες επικίνδυνων αλλοιώσεων (δυσπλασίων) αφού και άλλα αίτια (βακτήρια, μύκητες, ορμονικές μεταβολές όπως κατά τη χρήση  αντισυλληπτικών ή την εμμηνόπαυση, τραυματισμοί του τραχήλου ή του κόλπου) ενδέχεται να προκαλέσουν αλλαγές στη μορφολογία των κυττάρων. Το ακριβές ιστορικό, η ενδελεχής κλινική εξέταση καθώς και περεταίρω εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις μπορούν να αποκαλύψουν ή αποκλείουν τέτοια αίτια.

   Στην περίπτωση όπου υπάρχει υποψία για προκαρκινικές αλλοιώσεις θα συσταθούν, ανάλογα και με το βαθμό/βαρύτητα της βλάβης, είτε η επανάληψη του Παπ τεστ σε σύντομο χρόνο ή άλλες κατάλληλες εξετάσεις όπως η DNA ανίχνευση και ταυτοποίηση του HPV ιού ή η κολποσκόπηση. Με την τελευταία, ο γυναικολόγος ελέγχει υπό μεγέθυνση τα τοιχώματα του κόλπου και την επιφάνεια του τραχήλου υποβοηθούμενος από ουσίες που επιχρίονται επ΄ αυτών και αναδεικνύουν τις αλλοιώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί επίσης να κρίνει ότι πρέπει να πάρει δείγματα ιστού από την ύποπτη περιοχή, για μια εξέταση που ονομάζεται βιοψία.

Κυτταρολογία Υγρής Φάσης   (ThinPrep)

Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται το νεότερο, εναλλακτικό του συμβατικού, ποιο εξελιγμένο, Παπ τεστ.

   Η τεχνική συλλογής των κυττάρων παραμένει ίδια. Η διάφορα έγκειται στον τρόπο διαχείρισης και επεξεργασίας του λαμβανόμενου δείγματος.

   Αναλυτικότερα με την κλασική μέθοδο μέρος του δείγματος που συλλέγεται παραμένει στη συσκευή λήψης (ξύλινη σπάτουλα, βούρτσα) και μόνο ένα κλάσμα του υλικού επιστρώνεται σε κάθε γυάλινο πλακίδιο που εξετάζει τελικά ο κυτταρολόγος. Επιπλέον το δείγμα επιστρώνεται στο γυάλινο πλακίδιο σε μια παχιά στοιβάδα (με συνέπεια τα κύτταρα να αλληλεπικαλύπτονται) ενώ παράλληλα περιέχει και προσμείξεις από αίμα και βλέννη.

   Αντίθετα με τη νεότερη μέθοδο το σύνολο του λαμβανόμενου, από τον κόλπο και τράχηλο, υλικού μεταφέρεται στο κυτταρολογικό εργαστήριο μέσα σε ένα φιαλίδιο με μονιμοποιητικό υγρό (συλλογή όλων των κυττάρων χωρίς απώλειες) όπου επεξεργάζεται σε ειδικό μηχάνημα, το οποίο πραγματοποιεί διαχωρισμό των κυττάρων από το αίμα και τη βλέννη (καθαρότερο δείγμα) και αυτόματη επίστρωση αυτών σε λεπτή στιβάδα (ώστε να είναι ευδιάκριτα) στα γυάλινα πλακίδια. Έτσι ο κυτταρολόγος, που εξετάζει τελικά στο μικροσκόπιο τα πλακίδια, έχει ευκρινέστερη εικόνα, χωρίς απώλεια υλικού. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η διαγνωστική ακρίβεια με τη νεότερη μέθοδο να αυξάνεται κατά 25% σε σύγκριση με το συμβατικό Παπ τεστ. Το κόστος βέβαια είναι μεγαλύτερο (σχεδόν τριπλάσιο) από τον συμβατικό έλεγχο.

   Επιπρόσθετα με την τεχνική αυτή, εάν παραστεί ανάγκη, με το ίδιο δείγμα χωρίς να υποβληθεί η γυναίκα σε νέα λήψη, παρέχεται η δυνατότητα ανίχνευσης και ταυτοποίησης του HPV ιού, αλλά και η δυνατότητα αναζήτησης και άλλων λοιμογόνων παραγόντων (π.χ. χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεόπλασμα, HSV).

Sending
User Review
5 (20 votes)

 

Ουρολοίμωξη στην Εγκυμοσύνη

   Το ουροποιητικό σύστημα που αποτελείται από την ουρήθρα, την ουροδόχο κύστη, τους ουρητήρες και τους νεφρούς έχει ως αποστολή την παράγωγη των ούρων τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες είναι στείρα (δεν περιέχουν μικρόβια).

Τι είναι η ουρολοίμωξη, γατί εμφανίζεται συχνά στην εγκυμοσύνη

Ουρολοίμωξη στην εγκυμοσύνη είναι η φλεγμονή, η αντίδραση δηλαδή ενός ή περισσοτέρων οργάνων του ουροποιητικού συστήματος έναντι μικροβίων που εισβάλουν σε αυτό δια της ουρήθρας.

   Η ουρολοίμωξη, η οποία στατιστικά προσβάλει συχνότερα στις γυναίκες, είναι ποιο εύκολο να παρουσιαστεί στην εγκυμοσύνη επειδή κατά την διάρκεια αυτής:

1. Συμβαίνουν μεταβολές στη ανατομία και τη φυσιολο­γία του ουροποιητικού συστήματος που ευνοούν την εμφάνισή της όπως:

  • η διογκωμένη μήτρα μετατοπίζει, από την αρχή ήδη της εγκυμοσύνης, την ουροδόχο κύστη από την φυσιολογική ανατομική της θέση ενώ αργότερα, μετά το πρώτο τρίμηνο, η μήτρα πιέζει επίσης και τους ουρητήρες,
  • οι ορμόνες του πλακούντα (προγεστερόνη) έχουν χαλαρωτική δρά­ση και καταστέλλουν την δραστηριότητα των ουρητήρων και της κύστης με συνέπεια τη μείωση της προώθησης των ούρων τα οποία ¨λιμνάζουν¨.

Ο συνδυασμός των ανωτέρω οδηγεί σε στάση των ούρων στα διάφορα όργανα του ουροποιητικού δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων εφόσον εισέλθουν στο ουροποιητικό σύστημα.  

2.  Τα μικρόβια στα ούρα των εγκύων τείνουν να έχουν ποιο ταχεία ανάπτυξη πιθανών λόγο της υψηλότερης περιεκτι­κότητας των ούρων σε γλυκόζη και του ευνοϊκότερου, για τα μικρόβια, ΡΗ αυτών, και τέλος

3. Κατά την κύηση εξασθενεί εν γένει η άμυνα του οργανισμού.

Προδιαθεσικοί παράγοντες για εμφάνιση ουρολοίμωξης στην εγκυμοσύνη είναι:

  • Οι χρόνιες παθήσεις της εγκύου όπως: Tου ουροποιητικού (π.χ. ανατομικές ανωμαλίες, νεφρολιθίαση κ.α.), Αυτοάνοσα νοσήματα, Δρεπανοκυτταρική αναιμία, Υπέρταση ή/και Σακχαρώδης Διαβήτης πριν ή/και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης,
  • Το ιστορικό ουρολοιμώξεων πριν από την εγκυμοσύνη,
  • Το ιστορικό ουρολοίμωξης σε προηγούμενη εγκυμοσύνη,
  • Η πολυτοκία (πολλαπλές εγκυμοσύνες),
  • Η υπέρμετρη σεξουαλική δραστηριότητα κατά την κύηση.

Παθογόνα μικρόβια

  • Ο πλέον συνηθισμένος μικροοργανισμός είναι το κολοβακτηρίδιο (escherichia coli)
  • Σπανιότερα ευθύνονται άλλα μικρόβια όπως στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι, εντερόκοκκοι, klebsiella, proteus.

Μορφές / Είδη ουρολοίμωξης

Ανάλογα με τα όργανα του ουροποιητικού που προσβάλλονται, το μικροβιακό φορτίο και τα συνοδά συμπτώματα διακρίνονται οι εξής μορφές ουρολοίμωξης:

  • ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΜΙΚΡΟΒΙΟΥΡΙΑ Συνήθως απαντάται κατά το 1°τρίμηνο ιδιαίτερα σε πολυτόκες. Είναι η παρουσία (λίγων ή και αρκετών) βακτηριδίων σε καλλιέργεια ούρων σε έγκυο χωρίς συμπτώματα.
  • ΟΞΕΙΑ ΚΥΣΤΙΤΙΔΑ Συχνότερη κατά το 2οτρίμηνο. Είναι η παρουσία βακτηριδίων σε καλλιέργεια ούρων της εγκύου που συνοδεύεται από συμπ­τώματα όπως ¨βάρος¨ ή πόνος χαμηλά στην κοιλιά, επιτακτική ανάγκη για ούρηση, συχνοουρία, ενοχλήματα κατά την ούρηση (πόνος, τσούξιμο), δυσοσμία των ούρων, αίμα στα ούρα ή θολερότητα αυτών και σπάνια δεκατική πυρετική κίνηση.
  • ΟΞΕΙΑ ΠΥΕΛΟΝΕΦΡΙΤΙΔΑ Είναι η επέκταση της λοίμωξης στους νεφρούς (συνηθέστερα στο δεξί). Εμφανίζεται συχνότερα κατά το τέλος του 2ου, στο 3ο τρίμηνο και την 1η εβδομάδα της λοχείας. Κι εδώ παρατηρείται παρουσία βακτηριδίων στην καλλιέργεια ούρων η οποία συνοδεύεται από συμπτώματα όμοια με αυτά της κυστίτιδας με επιπρόσθετα συμπτώματα τον πόνο στη μέση ή/και την κοιλιά, τον υψηλό με ρίγη πυ­ρετό, τη γενικευμένη κακουχία και σπανιότερα τη ναυ­τία με εμέτους.

Επιπτώσεις της ουρολοίμωξης στην έγκυο, στην έκβαση της εγκυμοσύνης και στο μωρό

Η ασυμπτωματική μικροβιουρία δεν γίνεται αντιληπτή από την έγκυο και δεν επηρεάζει την πορεία της εγκυμοσύνης. Εάν όμως παραμείνει αθεράπευτη και εξελιχθεί σε κυστίτιδα, πέραν των ενοχλητικών συμπτωμάτων που προκαλεί στην έγκυο σπάνια μεν επηρεάζει την έκβαση της εγκυμοσύνης ωστόσο, σύμφωνα με νεότατες μελέτες, ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην ψυχική υγεία του παιδιού προκαλώντας του διαταραχές όπως ο αυτισμός και η κατάθλιψη. Εάν δε η λοίμωξη επεκταθεί και στους νεφρούς (πυελονέφρίτιδα) τότε τόσο οι επιπλοκές στην εγκυμοσύνη (πρόωρη ρήξη υμένων, πρόωρος τοκετός) όσο και οι κίνδυνοι για τη ίδια τη ζωή της εγκύου (εκδήλωση υπέρτασης ή/και προεκλαμψίας, επικίνδυνης αναιμίας, αναπνευστικής δυσχέρειας, σηψαιμίας) είναι σοβαρότατοι.

Διάγνωση της ουρολοίμωξης

Τα συμπτώματα της εγκύου και η κλινική εξέταση θέτουν την υποψία της νόσου όμως η διάγνωση (επιβεβαίωση της μόλυνσης) γίνεται εργαστηριακά με τη ¨γενική¨ εξέταση των ούρων, η οποία καταδεικνύει την παρουσία δεικτών φλεγμονής στο ουροποιητικό και τις καλλιέργειες των ούρων, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μικροβίων σε αυτά, και αποκαλύπτουν το είδος τους. Σε περιπτώσεις εμμονής, παρά τη θεραπεία, των συμπτωμάτων πέραν των ανωτέρω στη διάγνωση της νόσου μας βοηθούν μεγαλύτερης ευαισθησίας, ακρίβειας και ειδικότητας εξετάσεις όπως το υπερηχογράφημα νεφρών, η απλή ΝΟΚ, η ενδοφλέβια πυελογραφία και η αξονική τομογραφία.

Αντιμετώπιση της ουρολοίμωξης στην εγκυμοσύνη

Εξ΄ αιτίας των σοβαρών επιπλοκών που ενδέχεται να προκαλέσει η ουρολοίμωξη στην εγκυμοσύνη η παρουσία οποιουδήποτε τύπου / μορφής λοίμωξης είναι επιβεβλημένο να θεραπεύεται.

Η αντιμετώπιση της ουρολοίμωξης είναι κατά βάση φαρμακευτική με χορήγηση κατάλληλων, ασφαλών για το έμβρυο, αντιβιοτικών.
Στις άπλες περιπτώσεις (ΑΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ ΜΙΚΡΟΒΙΟΥΡΙΑ, ΚΥΣΤΙΤΙΔΑ) συνήθως αρκεί η ολιγοήμερη από του στόματος αγωγή σε συνδυασμό με αυξημένη πρόσληψη υγρών από την έγκυο. Η σοβαρότερη μορφή της νόσου (πυελονεφρίτιδα) αντιμετωπίζεται είτε εξωνοσοκομειακά, με από του στόματος αγωγή, εφόσον οι εκδηλώσεις της νόσου είναι ήπιες, η έγκυος είναι αιμοδυναμικά σταθερή και δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα για πρόωρο τοκετό ή, σε αντίθετη περίπτωση, ενδονοσοκομειακά με ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και αντιβιοτικών. Σε σπάνιες περιπτώσεις (νεφρολιθίαση, απόστημα νεφρού, συμπίεση ουρητήρων από τη μήτρα) παράλληλα με την φαρμακευτική θεραπεία και επεμβατικές μέθοδοι είναι πιθανό να απαιτηθούν.

Προληπτικά μέτρα

Α) Τα προληπτικά μέτρα από την πλευρά της εγκύου είναι:

  • Η επαρκής πρόσληψη υγρών (1,5 – 2 λίτρα ημερησίως) καθ΄ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ειδικότερα η κατανάλωση χυμού από κράμπερι φαίνεται να βοηθά στην πρόληψη της νόσου.
  • Η τακτική καθημερινή κένωση της ουροδόχου κύστης.
  • Η χρήση βαμβακερών εσωρούχων.
  • Ο σωστός καθαρισμός (από τον κόλπο προς τον πρωκτό) μετά την ούρηση ή την αφόδευση.
  • Η επιμελής υγιεινή της ευαίσθητης περιοχής.

Β) Οι προληπτικές ενέργειες από την πλευρά του θεράποντος γυναικολόγου είναι:

  • Ο τακτικός έλεγχος των εγκύων με ¨γενική¨ εξέταση ούρων σε κάθε επίσκεψη και σποραδικά με καλλιέργειες ούρων.
  • Η χορήγηση κατάλληλης προφυλακτικής θεραπείας, καθ’ όλη τη διάρκεια της κύησης, σε έγκυες με υποτροπιάζουσες κυστίτιδες και σε εκείνες που παρουσίασαν πυελονεφρίτιδα.

Sending
User Review
5 (21 votes)

Αποβολή

Η αυτόματη αποβολή (η διακοπή, δηλαδή, της κύησης χωρίς ιατρική παρέμβαση) είναι μία εμπειρία που μπορεί να οδηγήσει σε πολλές σκέψεις και να προκαλέσει ισχυρά συναισθήματα και στα δυο μέλη του ζεύγους. Πάντως οι περισσότερες γυναίκες γνωρίζουν ότι μία αποβολή σε αρχικά σταδία της κύησης είναι συχνό φαινόμενο και κατά κανόνα είναι ψυχολογικά προετοιμασμένες για κάτι τέτοιο.

  Ένα 30-40% των γονιμοποιημένων ωαρίων αποβάλλονται τόσο νωρίς από τη μήτρα, ώστε η γυναίκα δεν διαπιστώνει  καν ότι είναι έγκυος. Η αποβολή, σε αυτές τις περιπτώσεις, εκδηλώνεται ως μία καθυστερημένη, πιο αιματηρή του συνήθους περίοδος η οποία δεν απαιτεί επαφή με τον γυναικολόγο. Οπότε όταν μιλάμε για αυτόματη αποβολή, αναφερόμαστε σε εκείνες τις αποβολές που συμβαίνουν αργότερα κατά τη διάρκεια μίας επιβεβαιωμένης εγκυμοσύνης.

ΤΥΠΟΙ ΑΠΟΒΟΛΗΣ

Οι αποβολές διακρίνονται σε πρώιμες και όψιμες. Το όριο μεταξύ αυτών είναι η 13η εβδομάδα της κύησης. Μία στις 6 επιβεβαιωμένες εγκυμοσύνες καταλήγει σε αποβολή, συνήθως πριν από τη 13η  εβδομάδα.

Πρώιμη αποβολή Μία πρώιμη αποβολή μπορεί να ξεκινήσει ως ελαφρά (σταγονοειδής) αιμορραγία, η οποία μπορεί να διαρκεί για ημέρες. Συχνά αποβάλλονται πήγματα (κομμάτια) αίματος στα οποία ενδεχομένως να περιέχεται το έμβρυο. Τακτικά, συνυπάρχουν πόνοι σαν αυτοί της περιόδου, στην κοιλιά και στην μέση, αλλά παρατηρούνται και αποβολές χωρίς πόνο. Μερικές φορές η αποβολή μπορεί να συμβεί πολύ γρήγορα χωρίς να προηγηθεί αιμορραγία. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα προϊόντα της σύλληψης αποβάλλονται πλήρως από τη μήτρα χωρίς ιατρική παρέμβαση (τελεία αποβολή) και τα συμπτώματα υποχωρούν εντελώς. Συχνότερα όμως αυτό δεν συμβαίνει (παλίνδρομος αποβολή) οπότε για να σταματήσει η αιμορραγία και να αποφθεχθούν λοιμώξεις, είναι απαραίτητο να γίνει από το γυναικολόγο, υπό νάρκωση, επέμβαση εκκένωσης της μήτρας (απόξεση).

Όψιμη αποβολή  Όσο αργότερα συμβαίνει μία αποβολή, τόσο περισσότερο μοιάζει με ένα κοινό τοκετό. Μπορεί κι εδώ να εμφανιστεί κολπική αιμορραγία, ή/και να ¨σπάσουν τα νερά¨, οι πόνοι μοιάζουν με πόνο τοκετού (με διαλείμματα ηρεμίας μεταξύ τους) και η αποβολή ολοκληρώνεται με την ¨γέννηση¨ του νεκρού  εμβρύου. Σε αυτή την περίπτωση η πιθανότητα αυτόματης πλήρους εκκένωσης της μήτρας (τελεία αποβολή) είναι πολύ μικρή οπότε απαιτείται, σχεδόν πάντα, απόξεση ώστε να αδειάσει εντελώς η μήτρα από τα υπολείμματα. Μετά από μια όψιμη αποβολή, συνήθως απαιτείται η ολιγοήμερη παραμονή στο νοσοκομείο όπου επίσης χορηγείται φαρμακευτική αγωγή για την αποτροπή παράγωγης γάλακτος.

ΑΙΤΙΑ ΑΠΟΒΟΛΗΣ

Αρκετές γυναίκες, λανθασμένα, θεωρούν ότι με τις ενέργειές τους πιθανών να προκάλεσαν την αποβολή αλλά οι περισσότερες αποβολές οφείλονται σε “λάθος” της φύσης η οποία δεν είναι πάντα τέλεια. Όταν το γονιμοποιημένο ωάριο ή το έμβρυο δεν αναπτύσσεται φυσιολογικά, ο οργανισμός θα απαλλαγεί από αυτό. Δεδομένου ότι είναι συνήθως σπάνιο ή και αδύνατο να εντοπιστεί εκ των υστέρων κάποια αιτία για μία αποβολή δεν θεωρείται σκόπιμο να προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε κάθε αποβολή.

Χρωμοσωμικές ανωμαλίες  Περίπου το ήμισυ όλων των αποβολών οφείλονται σε σφάλματα στο γενετικό υλικό (χρωμοσώματα) του εμβρύου. Τέτοια σφάλματα αποτελούν “λάθη της φύσης”, αλλά μπορεί και να προκληθούν από εξωτερικούς παράγοντες. Τα σφάλματα μπορεί επίσης να υπάρχουν και στο γενετικό υλικό των γονέων που κληρονομεί, μέσω του ωαρίου και του σπερματοζωαρίου, το έμβρυο. Εάν ένα ζευγάρι έχει αρκετές αποβολές, η έρευνα συνήθως περιλαμβάνει χρωμοσωμικές εξετάσεις.

Ηλικία των ωαρίων  Όσο περισσότερο καθυστερεί, με την αύξηση της ηλικίας, η γονιμοποίηση των αποθεμάτων των ωαρίων στις ωοθήκες της γυναικάς τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες για αποβολή.

Διακοπή ανάπτυξης εμβρύου Μετά τη γονιμοποίηση το ωάριο χωρίζεται σε όλο και περισσότερα κύτταρα. Το σώμα του εμβρύου, ο πλακούντας και ο ομφάλιος λώρος αρχίζουν να σχηματίζονται. Ωστόσο, όχι τόσο σπάνια, η ανάπτυξη αυτή μπορεί να σταματήσει και το έμβρυο απορρίπτεται. Πολύ πρώιμες αποβολές συχνά οφείλονται σε αυτό το γεγονός που αποδίδεται στην ανεπάρκεια μιας ορμόνης (προγεστερόνη) η οποία υποστηρίζει τη διατήρηση και την εξέλιξη της κύησης. Μια άλλη αιτία γι΄ αυτό μπορεί να είναι ανοσολογική. Δηλαδή το σώμα της μητέρας αντιδρά έναντι του γονιμοποιημένου ωαρίου με τον ίδιο τρόπο που θα απωθήσει ένα μεταμοσχευμένο όργανο ή άλλο ξένο σώμα. Αυτός ο μηχανισμός απόρριψης-υπόκειται σε έρευνα.

Μολύνσεις της μητέρας  Αν και ο πλακούντας παρέχει στο έμβρυο ικανοποιητική προστασία (φραγμό) από τις λοιμώξεις ωστόσο συμβαίνει κάποια μικρόβια ή ιοί όπως ο κυτταρομεγαλοϊός, οι ερπητοϊοί, η βρουκέλλα, το τοξόπλασμα, τα χλαμύδια κ.α. να περνούν αυτό το εμπόδιο, να μολύνουν τελικά το έμβρυο και μερικές φορές επίσης να οδηγήσουν σε αποβολή. Υπάρχει υποψία ότι και οι ιοί της γρίπης μερικές φορές προκαλούν αποβολή. Σε σπάνιες περιπτώσεις και άλλες καταστάσεις με υψηλό πυρετό στις αρχές της εγκυμοσύνης ενδέχεται να οδηγήσουν σε αποβολή.

Ανωμαλίες και παθήσεις της μήτρας  Συγγενείς ανωμαλίες διάπλασης της μήτρας (π.χ. διαφράγματα), επίκτητες βλάβες αυτής (π.χ. ενδομητρικές συμφύσεις) καθώς και παθήσεις της μήτρας (π.χ. πολύποδες, ινομυώματα) εμποδίζουν την προσκόλληση του γονιμοποιημένου ωαρίου στο τοίχωμα της μητρικής κοιλότητας ή/και την περεταίρω ανάπτυξη του εμβρύου οπότε η εγκυμοσύνη καταλήγει σε αποβολή. Μερικές φορές χειρουργικές επεμβάσεις διορθώνουν αυτές τις ανωμαλίες. Αίτιο επίσης όψιμης αποβολής μπορεί να είναι και η (λόγω συγγενών ή επίκτητων, ανατομικών ή λειτουργικών ανωμαλιών) ανεπάρκεια του τραχήλου ο οποίος δεν κλείνει σφιχτά και αδυνατεί να συγκρατήσει το έμβρυο εντός της μήτρας. Η ανωμαλία αυτή είναι σπάνια, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί επεμβατικά με την περίδεση του τραχήλου.

Καπνός, οινόπνευμα, καφεΐνη  Έχει διαπιστωθεί ότι ο κίνδυνος αποβολής είναι ελαφρώς αυξημένος σε κατάχρηση κατανάλωσης αυτών των ουσιών. Κανείς δεν μπορεί να πει ποιος βαθμός κατανάλωσης αυτών αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής οπότε, καλό είναι, ή να αποφεύγονται εντελώς ή να περιορίζεται στο ελάχιστο η κατανάλωσή τους.

Παθήσεις της μητέρας – Φάρμακα  Ορισμένες παθήσεις της μητέρας όπως νεφροπάθειες, υπέρταση, φυματίωση, σακχαρώδης διαβήτης, θυρεοειδοπάθειες κ.α. καθώς και κάποια φάρμακα π.χ. για την ακμή, μερικά αντιφλεγμονώδη, ορισμένα αντιυπερτασικά κ.α. μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά γενετικά ελαττώματα στο έμβρυο τα οποία στη συνέχεια να οδηγούν στην αποβολή του.

Έκθεση της εγκύου σε παράγοντες στο εργασιακό της περιβάλλον Η υψηλή έκθεση σε οργανικούς διαλύτες, βαρέα μέταλλα, παρασιτοκτόνα, ηλεκτρική ενέργεια, ακτινοβολία (υπεριώδη, ακτίνες Χ) έχει ενοχοποιηθεί, σε μερικές μελέτες, ότι αυξάνει κάπως τη συχνότητα των αποβολών. Άλλες μελέτες πάλι δεν μπόρεσαν να αποδείξουν κάτι τέτοιο. Καλό είναι πάντως γυναίκες οι οποίες εκτίθενται στο χώρο εργασίας τους σε τέτοιος παράγοντες, σε συνεννόηση με τον εργοδότη τους, να μετακινούνται σε ασφαλέστερες θέσεις εργασίας.

Τι ΔΕΝ αποτελεί παράγοντα κινδύνου για αποβολή

Οθόνες υπολογιστών  Οι οθόνες εκπέμπουν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Μελέτες που έχουν δημοσιευθεί μέχρι στιγμής δεν δείχνουν ότι η εργασία μπροστά σε οθόνη αποτελεί παράγοντα κινδύνου για αποβολή.

Σωματική άσκηση, άρση βαρών, σεξουαλική επαφή  Η άσκηση ή η άθληση είναι απίθανο να προκαλέσει αποβολή σε μια γυναίκα που είναι εξοικειωμένη με αυτή την σωματική δραστηριότητα. Οι γυναίκες μπορούν να γυμνάζονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, με μόνο περιορισμό την αποφυγή μερικών ασκήσεων / κινήσεων που είναι λιγότερο κατάλληλες για την έγκυο. Τα ίδια ισχύουν για την άρση βαρών. Μέχρι σήμερα, δηλαδή, δεν υπάρχει κάτι που να αποδεικνύει ότι η, εντός λογικών ορίων, ανύψωση βαρών αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής. Αναφορικά με την σεξουαλική επαφή, εφόσον η εγκυμοσύνη δεν παρουσιάζει προβλήματα, τότε δεν υπάρχει κίνδυνος για αποβολή από την ελεύθερη σεξουαλική επαφή με τον σύντροφό.

Το άγχος / στρες  Το άγχος έχει διερευνηθεί πολύ προσεκτικά και δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι επηρεάζει τη συχνότητα των αποβολών. Σε ολόκληρο τον κόσμο οι γυναίκες έχουν εκτεθεί σε ποικίλες στρεσογόνες καταστάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Η ίδια η εγκυμοσύνη μπορεί επίσης να προκαλέσει άγχος.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΒΟΛΗ

Ίσως χρειαστεί αναρρωτική άδεια, ή και όχι, ανάλογα με την εκτίμηση του γυναικολόγου. Όσες γυναίκες υποβλήθηκαν σε απόξεση ενδεχομένως να έχουν μία μικρή αιματηρή έκκριση που διαρκεί μέχρι δύο εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θα πρέπει να αποφεύγονται το μπάνιο (μπανιέρα, θάλασσα) και η σεξουαλική επαφή, καθώς υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης της μήτρας. Η έναρξη των προσπαθειών για νέα εγκυμοσύνη θα πρέπει να καθυστερήσει κάπως -τουλάχιστον για μια κανονική περίοδο- ώστε η μήτρα να προλάβει να επουλωθεί πλήρως μετά την αποβολή.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΓΙΑ ΑΛΛΕΣ ΑΠΟΒΟΛΕΣ

Είναι γνωστό ότι ο κίνδυνος νέας αποβολής είναι πολύ μικρός για τις περισσότερες γυναίκες. Πάντως όταν μία γυναίκα έχει πολλές διαδοχικές αποβολές, θα πρέπει να γίνει διερεύνηση του ζεύγους προκειμένου να προσπαθεί κανείς να εντοπίσει την αιτία και εάν είναι δυνατό να την θεραπεύει. Σ΄ αυτή την έρευνα θα πρέπει ίσως να περιλαμβάνεται και το εργασιακό περιβάλλον.

Sending
User Review
5 (24 votes)

Αίμα στην Αρχή της Εγκυμοσύνης

Στατιστικά στοιχεία

   Αίμα (αιμορραγία) στην εγκυμοσύνη δεν είναι σπάνιο (20-30% στο σύνολο των κυήσεων) φαινόμενο. Κατά την αρχή δε της κύησης είναι αρκετά συχνή (έως το 40% όλων των εγκύων έχει ένα ή περισσότερα περιστατικά αιμορραγίας στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου) και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι επιβλαβής για τη συνεχιζόμενη εγκυμοσύνη, ούτε υπάρχει κίνδυνος για το μωρό που θα γεννηθεί.

Αίτια αιμορραγίας

  1. Επαπειλούμενη αποβολή: Το γεγονός της αιμορραγίας κατά την αρχή της εγκυμοσύνης προκαλεί φόβο στις έγκυες αφού πάντοτε εκλαμβάνεται ως ένδειξη επαπειλούμενης αποβολής. Ωστόσο μόνο ένα ποσοστό 25-30% των περιστατικών καταλήγουν πράγματι σε αποβολή, ιδιαίτερα όταν η αιμορραγία είναι δριμεία, παρατεταμένη, επίμονη και συνοδεύεται από πόνο. Το υπόλοιπο των περιπτώσεων αποδίδεται σε άλλες αιτίες όπως:
  2. Μικρορήξεις σε αιμοφόρα αγγεία: Κάποιες φορές μικρά αιμοφόρα αγγεία του τράχηλου της μήτρας, αφού αυτή μεγαλώνει λόγω της εγκυμοσύνης, σπάνε οπότε μπορεί να εμφανιστεί ήπια αιμορραγία. Συνήθως η αιμορραγία αυτή μειώνεται βαθμιαία και σταματά το ίδιο 24ωρο ενώ, κατά κανόνα, την επόμενη ημέρα παρατηρείται μηδαμινή αιματηρή κολπική έκκριση (καφέ υγρά). Η αιμορραγία λόγω ρήξεως αιμοφόρων αγγείων είναι αβλαβής, αυτοπεριοριζόμενη (υποχωρεί από μονή της) και δεν επηρεάζει την εγκυμοσύνη ή το έμβρυο.
  3. Ατυπίες των κύτταρων του τραχήλου της μήτρας: Οι αλλοίωσες (ατυπίες) των κύτταρων του τράχηλου της μήτρας αποτελούν επίσης αίτιο “σταγονοειδούς” αιμορραγίας κατά την αρχόμενη εγκυμοσύνη. Κυτταρικές ατυπίες μπορεί να παρουσιαστούν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αλλά συνηθέστερα, υπάρχουν πριν από αυτή και δεν έχουν διαγνωστεί, λόγω πλημμελούς προληπτικού ελέγχου. Κατά την έναρξη της κύησης επιβάλλεται η κυτταρολογική εξέταση του τραχήλου (test Παπανικολάου) το οποίο τις αποκαλύπτει. Ανάλογα δε με τον τύπο των κυτταρικών αλλοιώσεων κρίνεται αν αυτές είναι αρκετά σοβαρές ώστε να πρέπει άμεσα, χειρουργικά, να απομακρυνθούν ή η θεραπεία τους μπορεί να αναβληθεί για μετά τον τοκετό. Ακόμη κι αν απαιτηθεί να αντιμετωπιστούν κατά τη διάρκεια της κύησης αυτό δεν επηρεάζει την έκβασή της ή την υγεία του εμβρύου.
  4. Λοιμώξεις: (ειδικότερα του τραχήλου της μήτρας) οι οποίες ενδέχεται να προκαλέσουν ήπιες αιμορραγίες είναι για παράδειγμα, οι χλαμυδιακές λοιμώξεις, η γονόρροια (βλεννόρροια) ή λοίμωξη που προκαλείται από στρεπτόκοκκους και άλλες σπανιότερες. Συνήθως αντιμετωπίζονται φαρμακευτικά και η κύηση συνεχίζεται ομαλά.
  5. Εξωμήτριος κύηση: Εξωμήτριος χαρακτηρίζεται η κύηση όπου το έμβρυο βρίσκεται εκτός της μήτρας (συχνότερα στις σάλπιγγες). Συμβαίνει σπανιότατα (1-2% του συνόλου των κυήσεων), εκδηλώνεται με επώδυνη κολπική αιμορραγία κατά τις πρώτες εβδομάδες της εγκυμοσύνης και απαιτεί ταχεία χειρουργική αντιμετώπιση.
  6. Μύλη κύηση: Είναι η πλέον σπάνια και σοβαρότερη αιτία αιμορραγίας κατά την αρχόμενη εγκυμοσύνη. Πρόκειται για μια κύηση όπου, συνήθως, δεν υπάρχει έμβρυο και εφόσον τεκμηριωθεί, επιβάλλεται η άμεση διακοπή της και η περεταίρω τακτική περιοδική εξέταση της γυναικάς για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Sending
User Review
4.92 (25 votes)

Συχνές ερωτήσεις

Είναι επικίνδυνη η αιμορραγία κατά την αρχή της εγκυμοσύνης ;

Η αιμορραγία ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου είναι αρκετά συνηθισμένη και δεν πρέπει να προκαλεί πανικό. Αλλά επειδή η αιμορραγία μπορεί μερικές φορές να είναι σύμπτωμα για κάτι σοβαρό, είναι σημαντικό να γνωρίζετε τις πιθανές αιτίες και να συμβουλευτείτε το γιατρό σας για να βεβαιωθείτε ότι είστε υγιείς εσείς και το μωρό σας.

Η αιμορραγία στην αρχή της εγκυμοσύνης σημαίνει πάντα αποβολή ;

ΟΧΙ.  Ιδιαίτερα η σταγονοειδής αιμορραγία (επίσταξη) κατά τη αρχή της εγκυμοσύνης σπάνια σημαίνει ότι επίκειται αποβολή.

Πότε θα πρέπει να ανησυχήσω για την αιμορραγία στην αρχή της κύησης ;

Εάν παρουσιάσετε βαριά αιμορραγία με πήγματα αίματος και πόνο χαμηλά στην κοιλία, επικοινωνήστε αμέσως με το γιατρό σας. Αυτό μπορεί να είναι σύμπτωμα αποβολής ή εξωμήτριας κύησης.