Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

Γενικά στοιχεία για τα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Θεωρείται ότι υπάρχουν 50 διαφορετικά είδη Σεξουαλικά Μεταδιδόμενων Νοσημάτων (Σ.Μ.Ν.) (αφροδίσια νοσήματα) τα οποία στην πλειονότητά τους είναι εύκολα αντιμετωπίσιμα και ιάσιμα, ορισμένα ωστόσο ενδέχεται να αποδειχθούν εξαιρετικά επικίνδυνα, αφού μπορεί να αποτελέσουν αιτία αποβολών, στειρότητας, σπανιότατα ακόμη και θανάτου.   

   Τα περισσότερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα εκδηλώνονται με παρόμοια συμπτωματολογία όπως κνησμό (φαγούρα), ασυνήθιστη έκκριση υγρών από τον κόλπο ή την ουρήθρα, κάψιμο κατά τη σεξουαλική επαφή ή την ούρηση, πόνο, εξανθήματα, εξογκώματα ή πληγές στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή γύρω από αυτά. Συχνά η προσβολή δεν γίνεται αντιληπτή καθώς τα συμπτώματα είτε καθυστερούν να εμφανιστούν, είναι ήπια ή και ανύπαρκτα. Εκτιμάται ότι το ήμισυ των προσβαλλόμενων ατόμων ανήκει στην ηλικιακή ομάδα των 15-24 ετών.

   Ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει επίσης να ελέγχεται και συχνά λαμβάνει κι αυτός θεραπεία.

Τα 10 συνηθέστερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Χλαμύδια

Πρόκειται για βακτηριακή λοίμωξη από το μικρόβιο Chlamydia trachomatis πού δεν υπάρχει φυσιολογικά στον κόλπο. Το μικρόβιο αυτό μεταδίδεται με κάθε μορφής σεξουαλική επαφή. Εγκαθίσταται στον τράχηλο της μήτρας απ’ όπου μπορεί να “μετακινηθεί” προς το εσωτερικό της και τις σάλπιγγες, προκαλώντας τοπική φλεγμονή η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε υπογονιμότητα ή/και εξωμήτρια κύηση. Μεταδίδεται και από τη μολυσμένη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού. Τα συμπτώματα είναι όμοια με αυτά άλλων Σ.Μ.Ν.: έκκριση υγρών, τσούξιμο κατά την ούρηση κ.α. Τόσο η ασθενής όσο και ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να λάβουν φαρμακευτική θεραπεία.

   Γονόρροια (βλεννόρροια)

Είναι επίσης βακτηριακή μόλυνση. Προκαλείται από το μικρόβιο Ναϊσσέρια της γονόρροιας πού δεν αποτελεί μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου. Τα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια και πολλές γυναίκες τα παρερμηνεύουν ως κολπίτιδα από κοινά βακτήρια. Η νόσος μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις εάν δε ληφθεί έγκαιρα φαρμακευτική θεραπεία. Το μικρόβιο εγκαθίσταται συνήθως στην ουρήθρα, το ορθό, τον τράχηλο της μήτρας αλλά και στο λάρυγγα. Υπάρχει περίπτωση να μολυνθούν και τα νεογνά κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού εφόσον νοσεί η μητέρα.

   Σύφιλη

Οφείλεται κι αυτή σε βακτήριο (treponema pallidum). Επειδή συναντάται σπάνια πλέον και εφόσον μιμείται πολλά από τα συμπτώματα άλλων Σ.Μ.Ν. η διάγνωσή της είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Ξεκινά με την εμφάνιση μιας ανώδυνης μικροσκοπικής πληγής στα γεννητικά όργανα (έλκος) το οποίο μπορεί να περάσει εντελώς απαρατήρητο. Η νόσος παραμείνει ασυμπτωματική (σε λανθάνουσα κατάσταση) για πολλά (10 έως 20) έτη ωστόσο το βακτήριο της σύφιλης επιτίθεται στα εσωτερικά όργανα, τους μύες, την καρδιά, τον εγκέφαλο, τα νεύρα, τα μάτια και τις αρθρώσεις, διέρχεται τον πλακούντα προσβάλλοντας και το έμβρυο. Η αντιμετώπιση είναι φαρμακευτική.

   Τριχομονάδες

Το πρωτόζωο trichomonas vaginalis, το οποίο προσβάλει τον κόλπο ή/και την ουρήθρα, είναι ο υπεύθυνος παράγοντας. Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι τα υδαρή κιτρινωπά δύσοσμα υγρά, ο κνησμός και ο τοπικός ερεθισμός. Μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή η γυναίκα ωστόσο είναι δυνατόν να μολυνθεί από πισινές ή μπανιέρες, από πετσέτες ή μαγιό. Τόσο η ασθενής όσο και ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να λάβουν φαρμακευτική θεραπεία.

   Κονδυλώματα

Είναι ιογενής μόλυνση. Ο HPV ιός αποτελεί μια από τις συχνότερες σεξουαλικά μεταδιδόμενες μολύνσεις στις μέρες μας. Οι περισσότεροι φορείς του ιού είναι ασυμπτωματικοί, όμως ο ιός μεταδίδεται πολύ εύκολα με κάθε τύπο σεξουαλικής επαφής και είναι υπεύθυνος για ποικίλες κλινικές εκδηλώσεις στα γεννητικά όργανα, υπό τη μορφή κονδυλωμάτων (αιδοίο / κόλπος / περίνεο / εφήβαιο) έως και κυτταρικών αλλοιώσεων (δυσπλασίες ή/και καρκίνος) στον τράχηλο της μήτρας, τον πρωκτό, ακόμη και τον λάρυγγα. Ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει πάντα να ελέγχεται. Ο ιός μεταδίδεται επίσης και από τη μολυσμένη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού. Η θεραπεία είναι είτε φαρμακευτική ή χειρουργική. Ο προφυλακτικός εμβολιασμός έναντι του HPV ιού συστήνεται για όλα τα νεαρά άτομα ανεξαρτήτως του φύλου.

    Έρπης των γεννητικών οργάνων

Πρόκειται επίσης για ιογενή λοίμωξη. Μεταδίδεται με κάθε μορφή σεξουαλικής επαφής. Προκαλεί μικρές επώδυνες πληγές στα γεννητικά όργανα (ή/και το στόμα). Τα συμπτώματα εμφανίζονται περιοδικά παρουσιάζοντας εξάρσεις και υφέσεις. Δεν υπάρχει “μόνιμη” θεραπεία (παρά μόνο φαρμακευτική, ανακουφιστική των συμπτωμάτων) και μπορεί να μεταδοθεί ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα, όπως επίσης και από τη μητέρα στο νεογνό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού εάν νοσεί η μητέρα.

   Ηπατίτιδα

Οι ιογενείς ηπατίτιδες Β και C συγκαταλέγονται στα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα. Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται τόσο με τα σωματικά υγρά όσο και με το αίμα, ενώ η C συχνότερα με το αίμα. Η μόλυνση από τους ιούς αυτούς μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά (έως και θανατηφόρα) προβλήματα από το ήπαρ, καθιστώντας έτσι την νόσο ένα από τα πιο επικίνδυνα Σ.Μ.Ν. Εκδηλώνεται με γενικευμένη, άτυπη συμπτωματολογία (κούραση, ανορεξία, φαγούρα, κοιλιακό πόνο, απώλεια βάρους κ.α.). Οι θετικές για ηπατίτιδα Β γυναίκες και αυτές με πρόσφατη λοίμωξη κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης ενδέχεται να μεταδώσουν τη μόλυνση στο νεογνό, ενώ μικρότερο ποσοστό θετικών για ηπατίτιδα C γυναικών μεταδίδει κατά τον τοκετό τη νόσο. Μόνο συμπτωματική φαρμακευτική θεραπεία διατίθεται για τη νόσο αλλά και προφυλακτικός εμβολιασμός.

   AIDS

Η μόλυνση από τον ιό HIV δε θεραπεύεται και οδηγεί τελικά στο θάνατο. Αν και το AIDS δεν αποτελεί ένα από τα συχνότερα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα είναι σίγουρα το πιο σοβαρό. Άτομα προσβεβλημένα από άλλα Σ.Μ.Ν. που προκαλούν πληγές και εκδορές, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να προσβληθούν και από AIDS. Τα συμπτώματα της νόσου καθυστερούν (από λίγες εβδομάδες έως και 15 έτη) να παρουσιαστούν και είναι γενικευμένα και άτυπα με πιο συνηθισμένα τον πυρετό, τον πονόλαιμο, τη διόγκωση των λεμφαδένων, την εύκολη κόπωση, την απώλεια βάρους, την επιρρέπεια στις λοιμώξεις κ.α. Η χορήγηση κατάλληλων φαρμακευτικών σκευασμάτων στη μητέρα, κατά την διάρκεια της κύησης, και στο νεογνό, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό, άλλα και η διενέργεια καισαρικής τομής καθώς και η αποφυγή του θηλασμού έχουν περιορίσει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ίου στο νεογνό. Μόνο συμπτωματική φαρμακευτική θεραπεία διατίθεται για τη νόσο.

   Κυτταρομεγαλοϊός

Μεταδίδεται κι αυτός με τη στενή επαφή (φιλί, σεξουαλική επαφή). Εκτιμάται ότι το 70-80% των ενηλίκων έχει μολυνθεί απ΄ αυτόν (συχνότερα οι γυναίκες). Με πολύ μικρή πιθανότητα ενδέχεται να μεταδοθεί από τη μητέρα στο έμβρυο κατά την κύηση, είτε στο νεογνό κατά τον τοκετό ή το θηλασμό. Σπανιότατα προκαλεί ήπια και άτυπα (χαμηλό πυρετό, κούραση, ανορεξία, λεμφαδενίτιδα) συμπτώματα. Δεν υπάρχει “μόνιμη” παρά μόνο ανακουφιστική, των συμπτωμάτων, φαρμακευτική θεραπεία.

   Φθειρίαση των γεννητικών οργάνων

Οι ψείρες (παρασιτικά έντομα) ζουν και αναπαράγονται στις τρίχες του εφήβαιου και μεταδίδονται τόσο δια της σεξουαλικής επαφής αλλά και με πετσέτες, εσώρουχα, μαγιό. Είναι ορατές “δια γυμνού οφθαλμού” κατά την κλινική εξέταση. Δεν είναι επικίνδυνες για την υγεία όμως προκαλούν έντονο κνησμό / ξεσμό με επακόλουθο τον τοπικό ερεθισμό. Η ανταπόκριση των προσβεβλημένων ατόμων είναι άμεση με τοπικά εφαρμοζόμενη φαρμακευτική θεραπεία.

Πρόληψη

   Για την καλύτερη προστασία από τα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα επιβάλλεται η χρήση ανδρικού προφυλακτικού κατά και σε κάθε σεξουαλική επαφή. Επίσης είναι αναγκαίο τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες να ελέγχονται προληπτικώς περιοδικά.

Πια ΔΕΝ αποτελούν Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα

   Η βακτηριακή και η μυκητιασική κολπίτιδα συχνά, αλλά λανθασμένα, συγκαταλέγονται μεταξύ των Σεξουαλικά Μεταδιδόμενων Νοσημάτων. Οι λοιμώξεις αυτές είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα διαταραχής της ισορροπίας της χλωρίδας του κόλπου με συνέπεια τον υπερπολλαπλασιασμό και επικράτηση κάποιων εκ των μικροοργανισμών (στρεπτόκοκκος, σταφυλόκοκκος, αιμόφιλος, μύκητες) εις βάρος των υπολοίπων μικροβίων που φυσιολογικά υπάρχουν στον κόλπο. Προσβάλλονται γυναίκες κάθε ηλικίας, ανεξαρτήτως σεξουαλικής δραστηριότητας, ακόμη κι αυτές που δεν είχαν ποτέ σεξουαλική επαφή και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται έλεγχος ή θεραπεία και του σεξουαλικού συντρόφου.

Sending
User Review
5 (8 votes)

Το Χάπι Επόμενης Ημέρας – Επείγουσα Αντισύλληψη

Το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ αποτελεί την κυρίαρχη εκ των διαθέσιμων μεθόδων επείγουσας αντισύλληψης.

Επείγουσα αντισύλληψη

   Επείγουσα είναι η αντισύλληψη ¨έκτακτης ανάγκης¨ που λαμβάνεται με σκοπό να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη μετά από ερωτική συνεύρεση κατά τη διάρκεια των “γόνιμων ημερών” (περί το χρόνο της ωορρηξίας), που μπορεί να προκύψει είτε λόγω επαφής χωρίς προφύλαξη, ή ατυχήματος με το προφυλακτικό (ανδρικό, γυναικείο, κολπικό διάφραγμα) ή παράληψης του αντισυλληπτικού χαπιού ή σε περιπτώσεις βιασμού.

Δύο Μέθοδοι Επείγουσας Αντισύλληψης υπάρχουν

A) Στην πρώτη κατατάσσεται το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ όπου διακρίνουμε τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:

  1. Μέθοδος Yuzpe. Χορηγούνται μεγάλες δόσεις συνηθισμένων αντισυλληπτικών χαπιών που περιέχουν συνδυασμό οιστρογόνου και προγεσταγόνου. Αποτελεί την παλαιότερη από τις διαθέσιμες μέθοδος επείγουσας αντισύλληψης. Απαιτείται η χρήση συγκεκριμένων αντισυλληπτικών σκευασμάτων. Λαμβάνονται συνήθως 2 χάπια μαζί κάθε 12 ώρες για 2 ημέρες εντός 72 ωρών από την επικίνδυνη σεξουαλική επαφή. Ασκεί τη δράση της κυρίως εμποδίζοντας ή καθυστερώντας την ωορρηξία, εάν αυτή δεν έχει συμβεί πριν την επαφή. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε γυναίκες στις οποίες απαγορεύεται η χορήγηση των ¨κλασικών¨ αντισυλληπτικών χαπιών. Έχει τη μικρότερη αποτελεσματικότητα από όλες της μεθόδους.
  2. Σε αυτή την κατηγορία χρησιμοποιούνται δισκία που περιέχουν την ουσία μιφεπριστόνη η οποία δρα κυρίως εμποδίζοντας την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στη μήτρα και ως ένα βαθμό αναστέλλοντας την ωορρηξία. Λαμβάνονται συνήθως 10mg της ουσίας εντός 72 ωρών από την χωρίς προφύλαξη επαφή. Αποτελεί την ποιο σπάνια χρησιμοποιούμενη από τις μεθόδους επείγουσας αντισύλληψης.
  3. Στην τρίτη κατηγορία ανήκει το ¨κλασικό¨ τελευταίας γενιάς ¨χάπι επόμενης ημέρας¨. Στην Ελληνική αγορά κυκλοφορούν δύο σκευάσματα που διαφέρουν ως προς την ουσία που περιέχουν, την αποτελεσματικότητα της δράσης τους και ως προς τον χρόνο κατά το οποίο θα πρέπει να ληφθούν ώστε να παρέχουν προστασία (με μέγιστο το διάστημα των πέντε ημερών). Ανάλογα με το σκεύασμα δουν προλαμβάνοντας ή καθυστερώντας την ωορρηξία, εμποδίζοντας τη γονιμοποίηση του ωαρίου ή αποτρέποντας την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωάριου στη μήτρα. Αποτελεί την ποιο συχνά χρησιμοποιούμενη από όλες τις μεθόδους επείγουσας αντισύλληψης.

   Όλα τα ανωτέρω σκευάσματα ενδέχεται να προκαλέσουν κοινές ήπιες και σύντομης διάρκειας παρενέργειες με συνηθέστερες αυτές της αδιαθεσίας, της ναυτίας, του ίλιγγου και σπανιότερες τον πονοκέφαλο, τον πόνο στην κοιλιά, την τάση στους μαστούς, τη διάρροια και τον εμετό. Αν το ¨χάπι¨ προκαλέσει εμετό στις επόμενες δυο ώρες μετά τη κατάποσή του, υπάρχει πιθανότητα να μην απορροφήθηκε από τον οργανισμό και να μη δράσει αποτελεσματικά. Σε αυτήν την περίπτωση θα χρειαστεί να επαναληφθεί η δόση. Η λήψη αντιεμετικού μια ώρα πριν τη λήψη του αντισυλληπτικού ελαττώνει την επίπτωση και την βαρύτητα της ναυτίας.

   Επειδή το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ παρεμβαίνει στο ορμονικό σύστημα της γυναίκας πιθανών να επηρεάσει τον κύκλο της. Ορισμένες γυναίκες παρατηρούν ασυνήθιστες αιμορραγίες στο διάστημα μετά τη λήψη του χαπιού και μέχρι την επόμενή περίοδο. Συνήθως η περίοδος εμφανίζεται τον αναμενόμενο χρόνο, μπορεί όμως να παρουσιαστεί νωρίτερα ή/και να καθυστερήσει μερικές ημέρες. Ορισμένες φορές το αίμα της περιόδου είναι περισσότερο. Μέχρι την εμφάνιση της επόμενης εμμηνόρροιας, συνιστάται οι σεξουαλικές επαφές να πραγματοποιούνται με προφυλακτικό.

   Για να έχει το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ τη μέγιστη αποτελεσματικότητα, (έως 95%) θα πρέπει να λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό μετά την “επικίνδυνη” επαφή, αφού η αποτελεσματικότητά του μειώνεται με την πάροδο των ημερών, και όχι αργότερα από 5 ημέρες (ανάλογα και με το σκεύασμα). Ένας πρόσθετος παράγοντας που ελαττώνει την αποτελεσματικότητα του χαπιού είναι το αυξημένο σωματικό βάρος.

   Όλες οι γυναίκες μπορούν να πάρουν το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ ωστόσο θα πρέπει να αναζητείται και η ιατρική συμβουλή καθώς κάποια από τα σκευάσματα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με άλλα φάρμακα.

   Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό πως το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ δεν υποκαθιστά την κλασική αντισύλληψη, δεν αποτελεί δηλαδή εναλλακτική προς αυτή μέθοδο, αλλά προσωρινό μέτρο και δεν συνιστάται για τακτική χρήση αφού α) δεν παρέχει προστασία για όλο τον κύκλο της γυναίκας, β) έχει μικρότερη αποτελεσματικότητα από μια μόνιμη μέθοδο αντισύλληψης, γ) μπορεί να διαταράξει τον κύκλο της γυναίκας με συνέπεια να αυξήσει τον κίνδυνο σύλληψης στους επόμενους κύκλους και τέλος δ) με την επαναλαμβανόμενη χρήση του ελαττώνεται η αποτελεσματικότητά του.

B) Στην δεύτερη μέθοδο κατατάσσεται το ενδομήτριο σπείραμα ¨spiral¨

   Το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται στη μήτρα εντός μιας εβδομάδος ή και αργότερα εάν η ωορρηξία δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά την επικίνδυνη σεξουαλική επαφή. Εάν το σπιράλ τοποθετηθεί στην κοιλότητα της μήτρας εντός πέντε ημερών μετά την επαφή παρέχει πλήρη προστασία έναντι μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, σε σύγκριση δε με το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨ έχει αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό αποτελεσματικότητας (έως 99%).

   Το σπιράλ χρησιμοποιείται συνήθως όταν έχει παρέρθει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορεί να ληφθεί το ¨χάπι επόμενης ημέρας¨. Αφαιρείται στην επομένη περίοδο, ωστόσο μπορεί και να παραμείνει για αρκετά έτη μιας και δύναται να χρησιμοποιηθεί και ως μέθοδος ¨κλασικής¨ αντισύλληψης. Δεν διαταράσσει τον κύκλο της γυναίκας και επιπρόσθετα μέχρι την έλευση της επόμενης εμμηνόρροιας δεν είναι απαραίτητη η χρήση προφυλακτικού κατά τις σεξουαλικές επαφές. Σπάνια προκαλεί κράμπες κατά την περίοδο ή περιόδους με περισσότερο αίμα.

   Μοναδική αντένδειξη για την τοποθέτηση σπειράματος είναι η ύπαρξη ενεργού πυελικής λοίμωξης.

Γενικές παρατηρήσεις και για τις δύο Μεθόδους Επείγουσας Αντισύλληψης

   Συνήθως δεν απαιτείται κάποιος έλεγχος πριν τη χρήση επείγουσας αντισύλληψης αλλά ούτε μετά από αυτή κάποια ιατρική παρακολούθηση. Ωστόσο γυναίκες με προηγούμενο ιστορικό σαλπιγγίτιδας ή εξωμήτριας εγκυμοσύνης θα πρέπει να αναζητούν ιατρική συμβουλή αφού αμφότερες οι μέθοδοι ενέχουν μικρό κίνδυνο να προκαλέσουν εξωμήτρια κύηση.

   Καμία εκ των μεθόδων επείγουσας αντισύλληψης δεν προστατεύει έναντι των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.

   Καμία από τις μεθόδους δεν επηρεάζει τη γονιμότητα της γυναίκας.

   Ολοκληρώνοντας καμία από τις μεθόδους δεν προσφέρει προστασία αν έχει ήδη εμφυτευθεί το γονιμοποιημένο ωάριο στην μήτρα και η εγκυμοσύνη έχει ξεκινήσει, αφού δεν προορίζονται για τερματισμό της κύησης. Η καθυστέρηση της αναμενόμενης περιόδου για περισσότερο από μια εβδομάδα, ή η ασυνήθιστη αιμορραγία κατά τις μέρες της περιόδου θέτει την υποψία εγκυμοσύνης και η γυναίκα θα πρέπει να κάνει ένα τεστ κύησης. Εάν εν τέλει προκύψει εγκυμοσύνη αυτή, εφόσον η γυναίκα το επιθυμεί, μπορεί να συνεχιστεί απρόσκοπτα, ανεξάρτητα από τη μέθοδο επείγουσας αντισύλληψης που χρησιμοποίησε.

Sending
User Review
5 (10 votes)

Παπ τεστ / Τεστ Παπανικολάου

Παπ τεστ

Σε τι χρησιμεύει το Παπ τεστ

   Το Παπ τεστ (Τεστ Παπανικολάου) είναι μια εύκολη, σύντομη, ανώδυνη και εξόχως σημαντική προληπτική εξέταση. Με αυτό έγκαιρα εντοπίζονται στα κύτταρα (κυτταρολογική εξέταση) του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου δυνητικά επικίνδυνες αλλοιώσεις (δυσπλασίες / προκαρκινικές αλλοιώσεις) η παρουσία των οποίων, υπό ορισμένες συνθήκες και σε μικρό ποσοστό, μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για την εμφάνιση κακοήθειας (καρκίνου τραχήλου ή κόλπου). Το Παπ τεστ μπορεί επίσης να ανιχνεύσει διαταραχές των κυττάρων του ενδοτραχήλου και του ενδομήτριου όμως δεν είναι ¨ειδικό¨ για αυτόν τον σκοπό.

   Πέραν των ανωτέρω, διάφορες βακτηριακές, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις ανιχνεύονται επίσης για τις οποίες ωστόσο το Παπ τεστ έχει μικρή ευαισθησία, όποτε η απουσία εντοπισμού τους σε ένα Παπ τεστ δε σημαίνει απαραίτητα πως το άτομο δεν είναι μολυσμένο. Στις περιπτώσεις αυτές, ο γυναικολόγος ενδέχεται να συστήσει εξετάσεις μεγαλύτερης ειδικότητας και ευαισθησίας (άμεση μικροσκοπική εξέταση, καλλιέργεια κολπο/τραχηλικού εκκρίματος κ.α.).

Ηλικία Έναρξης των Ελέγχων

   Επειδή η αιτιολογική σχέση μεταξύ της σεξουαλικά μεταδιδόμενης μόλυνσης από τον HPV ιό και της παρουσίας κυτταρικών αλλοιώσεων έχει πλήρως τεκμηριωθεί, το Παπ τεστ πρέπει να ξεκινά μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή μιας και κάθε σεξουαλικά ενεργή γυναίκα διατρέχει κίνδυνο να μολυνθεί από τον ιό αυτό. Ωστόσο δεν είναι απαραίτητος ο έλεγχος για τα δυο πρώτα έτη μετά την έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας αφού το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει επιτυχώς την αρχική μόλυνση με συνέπεια οι προκαρκινικές αλλοιώσεις να χρειάζονται χρόνο έως ότου παρουσιαστούν.

   Επίσης επειδή ο ιός μπορεί να μεταδοθεί κατά την σεξουαλική πράξη μεταξύ γυναικών κι εκείνες οι γυναίκες που έχουν επαφές μόνο με άλλες γυναίκες θα πρέπει να εξετάζονται.

   Το Παπ τεστ είναι αναγκαίο να πραγματοποιείται και στις γυναίκες που έχουν εμβολιαστεί έναντι του HPV και αυτό διότι το εμβόλιο δεν καλύπτει όλους τους τύπους του ιού και δεν προστατεύει πλήρως το άτομο που έχει μολυνθεί από αυτόν πριν τον εμβολιασμό.

   Τέλος επειδή δεν οφείλονται όλοι οι καρκίνοι του τραχήλου της μήτρας στις HPV ιώσεις ακόμη και οι γυναίκες που δεν είναι μολυσμένες απ΄ αυτόν θα πρέπει να ελέγχονται προληπτικά έπειτα από την ηλικία των 20 ετών.

   Για τις γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε ολική υστερεκτομή (έχει αφαιρεθεί και ο τράχηλος) το Παπ τεστ έχει μικρή χρησιμότητα.

Συχνότητα Ελέγχων

   Από την πλειοψηφία των γυναικολόγων αλλά και από το Ελληνικό Σύστημα Υγείας προτείνεται η επανάληψη του Παπ τεστ κάθε έτος, όσο τα αποτελέσματα είναι φυσιολογικά. Μετά την ηλικία των 50 ετών, εφόσον η γυναίκα έχει μόνιμο σεξουαλικό σύντροφο και φυσιολογικά κατά το παρελθόν Παπ τεστ, μπορεί να ελέγχεται ανά διετία.

   Σε περιπτώσεις όπου το αποτέλεσμα του Παπ τεστ είναι μη φυσιολογικό, όπως επίσης και σε γυναίκες με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (χημειοθεραπεία, ανοσοκατασταλτικά) και επιβεβαιωμένη HPV μόλυνση ο έλεγχος ενδέχεται να χρειαστεί να επαναλαμβάνεται κάθε τέσσερις έως έξι μήνες.

   Αναφορές που έχουν δει το φως της δημοσιότητας για επανάληψη του Παπ τεστ κάθε τρία ή περισσότερα έτη αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές εθνικών συστημάτων υγείας άλλων χωρών βασιζόμενες κυρίως σε οικονομικούς σχεδιασμούς (κόστος / αποτελεσματικότητα) και όχι απαραίτητα αποδοτικότητας (περιορισμό νοσηρότητας και θνητότητας) του προληπτικού αυτού μέτρου.

Οριστική Παύση των Ελέγχων

   Το Παπ τεστ δεν είναι απαραίτητο να συνεχίζεται πέραν της ηλικίας των 70 ετών σε γυναίκες των οποίων οι προηγούμενες εξετάσεις ήταν αρνητικές, εκτός βέβαια εάν υπάρχει πρόσφατη μη φυσιολογική εξέταση ή νόσος που να δικαιολογεί τις επαναλήψεις του.

Καταλληλότερος Χρόνος για την διενέργεια του Παπ τεστ

   Το Παπ τεστ μπορεί να ληφθεί οποιαδήποτε ημέρα του κύκλου, μετά το τέλος της εμμήνου ρύσεως ή οποτεδήποτε σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες.

   Άριστο είναι να προγραμματίζεται την πρώτη εβδομάδα, μετά το πέρας της περιόδου και ιδανικά περί το μέσον του κύκλου. Πέραν τούτων πρέπει να διενεργείται 48 ώρες μετά από σεξουαλική επαφή, κολπική πλύση ή χρήση ταμπόν και μια εβδομάδα μετά τη ολοκλήρωση θεραπείας με αντιβιοτικά ή ενδοκολπικής θεραπείας.

   Τέλος κατά την εγκυμοσύνη ασφαλές είναι και θα πρέπει να γίνεται ένα τεστ Παπανικολάου κατά τις πρώτες 24 εβδομάδες, αλλά και 12 εβδομάδες μετά από τον τοκετό.

Τεχνική Λήψης

   Σημαντική για την όσο το δυνατό ¨ανώδυνη¨ ολοκλήρωση της ολιγόλεπτης εξέτασης είναι η συνεργασία της γυναίκας η οποία θα πρέπει να παραμένει χαλαρή και ήρεμη. Οι περισσότερες γυναίκες αισθάνονται ήπια δυσφορία, ελαφρά πίεση ή/και ¨πόνο περιόδου¨ κατά τη διάρκεια της δειγματοληψίας.

   Η εξέταση διενεργείται με την γυναίκα ξαπλωμένη σε γυναικολογική εξεταστική κλίνη. Ο γυναικολόγος εισάγει αργά μια συσκευή (κολποδιαστολέας) στον κόλπο η οποία χρησιμεύει για να τον διατηρεί ανοιχτό ώστε να παρέχεται πρόσβαση στον τράχηλο. Στη συνέχεια ο γιατρός λαμβάνει δείγμα κυττάρων, με τη βοήθεια ξύλινης σπάτουλας και μικρής βούρτσας, από τον κόλπο, την επιφάνεια και τον αυλό του τραχήλου.

   Τα δείγματα που συλλέγονται επιχρίονται σε γυάλινα πλακίδια και αφού ψεκαστούν με μονιμοποιητικό υλικό (για μακρά διατήρηση) αποστέλλονται στο κυτταρολογικό εργαστήριο. Το αποτέλεσμα είναι διαθέσιμο εντός μίας περίπου εβδομάδος.

Πώς Ερμηνεύονται τα Αποτελέσματα της εξέτασης

Δύο είναι τα πιθανά αποτελέσματα του Παπ τεστ: το Φυσιολογικό και το Μη Φυσιολογικό.

Φυσιολογικό (αρνητικό) αποτέλεσμα

   Σημαίνει ότι δεν ανευρέθηκαν παθολογικά κύτταρα στο δείγμα.

Μη φυσιολογικό (παθολογικό) αποτέλεσμα

   Σημαίνει ότι εντοπίστηκαν παθολογικά κύτταρα, είτε τραχηλικά ή κολπικά, ή/και σπανιότερα του ενδοτραχήλου/ενδομητρίου. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν δηλώνει απαραίτητα ότι υπάρχουν εστίες επικίνδυνων αλλοιώσεων (δυσπλασίων) αφού και άλλα αίτια (βακτήρια, μύκητες, ορμονικές μεταβολές όπως κατά τη χρήση  αντισυλληπτικών ή την εμμηνόπαυση, τραυματισμοί του τραχήλου ή του κόλπου) ενδέχεται να προκαλέσουν αλλαγές στη μορφολογία των κυττάρων. Το ακριβές ιστορικό, η ενδελεχής κλινική εξέταση καθώς και περεταίρω εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις μπορούν να αποκαλύψουν ή αποκλείουν τέτοια αίτια.

   Στην περίπτωση όπου υπάρχει υποψία για προκαρκινικές αλλοιώσεις θα συσταθούν, ανάλογα και με το βαθμό/βαρύτητα της βλάβης, είτε η επανάληψη του Παπ τεστ σε σύντομο χρόνο ή άλλες κατάλληλες εξετάσεις όπως η DNA ανίχνευση και ταυτοποίηση του HPV ιού ή η κολποσκόπηση. Με την τελευταία, ο γυναικολόγος ελέγχει υπό μεγέθυνση τα τοιχώματα του κόλπου και την επιφάνεια του τραχήλου υποβοηθούμενος από ουσίες που επιχρίονται επ΄ αυτών και αναδεικνύουν τις αλλοιώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο γιατρός μπορεί επίσης να κρίνει ότι πρέπει να πάρει δείγματα ιστού από την ύποπτη περιοχή, για μια εξέταση που ονομάζεται βιοψία.

Κυτταρολογία Υγρής Φάσης   (ThinPrep)

Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζεται το νεότερο, εναλλακτικό του συμβατικού, ποιο εξελιγμένο, Παπ τεστ.

   Η τεχνική συλλογής των κυττάρων παραμένει ίδια. Η διάφορα έγκειται στον τρόπο διαχείρισης και επεξεργασίας του λαμβανόμενου δείγματος.

   Αναλυτικότερα με την κλασική μέθοδο μέρος του δείγματος που συλλέγεται παραμένει στη συσκευή λήψης (ξύλινη σπάτουλα, βούρτσα) και μόνο ένα κλάσμα του υλικού επιστρώνεται σε κάθε γυάλινο πλακίδιο που εξετάζει τελικά ο κυτταρολόγος. Επιπλέον το δείγμα επιστρώνεται στο γυάλινο πλακίδιο σε μια παχιά στοιβάδα (με συνέπεια τα κύτταρα να αλληλεπικαλύπτονται) ενώ παράλληλα περιέχει και προσμείξεις από αίμα και βλέννη.

   Αντίθετα με τη νεότερη μέθοδο το σύνολο του λαμβανόμενου από τον κόλπο και τράχηλο υλικού μεταφέρεται στο κυτταρολογικό εργαστήριο μέσα σε ένα φιαλίδιο με μονιμοποιητικό υγρό (συλλογή όλων των κυττάρων χωρίς απώλειες) όπου επεξεργάζεται σε ειδικό μηχάνημα, το οποίο πραγματοποιεί διαχωρισμό των κυττάρων από το αίμα και τη βλέννη (καθαρότερο δείγμα) και αυτόματη επίστρωση αυτών σε λεπτή στιβάδα (ώστε να είναι ευδιάκριτα) στα γυάλινα πλακίδια. Έτσι ο κυτταρολόγος, που εξετάζει τελικά στο μικροσκόπιο τα πλακίδια, έχει ευκρινέστερη εικόνα, χωρίς απώλεια υλικού. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η διαγνωστική ακρίβεια με τη νεότερη μέθοδο να αυξάνεται κατά 25% σε σύγκριση με το συμβατικό Παπ τεστ. Το κόστος βέβαια είναι μεγαλύτερο (σχεδόν τριπλάσιο) από τον συμβατικό έλεγχο.

   Επιπρόσθετα με την τεχνική αυτή, εάν παραστεί ανάγκη, με το ίδιο δείγμα χωρίς να υποβληθεί η γυναίκα σε νέα λήψη, παρέχεται η δυνατότητα ανίχνευσης και ταυτοποίησης του HPV ιού, αλλά και η δυνατότητα αναζήτησης και άλλων λοιμογόνων παραγόντων (π.χ. χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεόπλασμα, HSV).

Sending
User Review
5 (10 votes)

 

Διαταραχές Περιόδου

Η φυσιολογική συχνότητα εμφάνισης της περιόδου (εμμηνόρροιας) είναι 28 ήμερες (με διακύμανση από 23-35 ήμερες), η δε διάρκειά της είναι 3-7 ήμερες.

Ποιες χαρακτηρίζονται ως διαταραχές της περιόδου

Διαταραχές της περιόδου είναι οι αποκλίσεις από τα ανωτέρω φυσιολογικά όπως όταν:

  1. η περίοδος εμφανίζεται πολύ συχνά ή καθυστερεί πέραν του αναμενόμενου,
  2. παρατείνεται η διάρκεια της εμμηνόρροιας,
  3. εμφανίζεται πολύ περισσότερο αίμα από το συνηθισμένο,
  4. διαπιστώνονται αίμα ή αιματηρές εκκρίσεις μεταξύ δυο περιόδων ή έπειτα από σεξουαλική επαφή,
  5. παρουσιάζεται κολπική αιμορραγία κατά την εμμηνόπαυση.

Αίτια διαταραχών της περιόδου

Τόσο κατά την εφηβεία όσο και κατά την κλιμακτήριο {μεταβατική περίοδος που προηγείται της μόνιμης διακοπής (εμμηνόπαυση) της περιόδου} είναι συχνό και εν πολλοίς αναμενόμενο φαινόμενο να εμφανίζονται ανωμαλίες στον κύκλο.

Συνοπτικά στις διαφορές ηλικιακές ομάδες τα αίτια που ευθύνονται για τις απρόσμενες κολπικές αιμορραγίες και διαταραχές της περιόδου είναι:

Σε νεαρές ηλικίες

   Οι διαταραχές αυτές αποδίδονται ως επί το πλείστον στην “ανωριμότητα του οργανισμού” δηλαδή των ωοθηκών και του εγκεφάλου (που ελέγχει την δραστηριότητα των ωοθηκών). Έως ότου “σταθεροποιηθεί” η λειτουργιά του οργανισμού και αποκατασταθεί η ομαλότητα της λειτουργίας των ωοθηκών, διαταραχές του κύκλου της μορφής παρατεταμένων αιμορραγιών συχνά μετά από μια εκτεταμένη αναστολή εμφάνισης της περιόδου είναι συνηθισμένες. Σε αυτές τις περιπτώσεις ορμονική θεραπεία μέχρι να σταθεροποιηθεί ο κύκλος συχνά είναι επιβεβλημένη.

Πολύ παρατεταμένη αναστολή εμφάνισης της περιόδου συχνά παρουσιάζεται σε κορίτσια που υποβάλλονται σε σωματικό (αθλούνται εντατικά) ή ψυχικό (κατατακτήριες εξετάσεις) stress ή είναι υπέρβαρα. Σε γενικές γραμμές, η περίοδος επανεμφανίζεται όταν εκλείψει η γενεσιουργός αιτία. Στις ηλικίες αυτές και εφόσον αποκλειστεί πιθανή εγκυμοσύνη, ο γυναικολογικός έλεγχος κρίνεται απαραίτητος όταν η εμφάνιση της περιόδου καθυστερήσει πέραν του διμήνου. Σπανιότερα διάφορες παθολογικές καταστάσεις (διαταραχές της πήξης του αίματος, αυτοάνοσα νοσήματα κ.α.) αποτελούν αιτία διαταραχών του κύκλου σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Στην ενήλικη γυναίκα

   Αίμα ή αιματηρές εκκρίσεις (καφέ υγρά) μεταξύ δυο περιόδων μπορεί φυσιολογικά να εμφανιστούν κατά την ωορρηξία. Ωστόσο λοιμώξεις (π,χ. χλαμύδια, κολπίτιδα), οργανικές παθήσεις (π.χ. ενδομητρίωση) κ.α. ενδέχεται ως μοναδικό σύμπτωμα να προκαλέσουν τέτοιας μορφής αιμορραγία.

Ποικίλες ορμονικές διαταραχές (π.χ. θυρεοειδούς) συχνά προκαλούν ανωμαλίες του κύκλου (συνήθως καθυστέρηση εμφάνισης της περιόδου).

Τα ινομυώματα (συχνά γυναικολογικά ευρήματα σε αυτή την ηλικιακή ομάδα) εμποδίζουν τη μήτρα να συσπαστεί και σταδιακά να σταματήσει την αιμορραγία της εμμηνόρροιας με αποτέλεσμα οι περίοδοι να είναι πολύ αιμορραγικές και παρατεταμένες.

Οι πολύποδες (τράχηλου / μήτρας) πολλές φορές αποτελούν αιτία απρόσμενης κολπικής αιμορραγίας, όπως και αρκετά φάρμακα.

Δυσπλασίες του τραχήλου της μήτρας ή κακοήθειες του τραχήλου ή του ενδομήτριου μπορεί να έχουν, ως αρχικό σύμπτωμα, μικρού όγκου απρόσμενες αιμορραγίες ή αιματηρές εκκρίσεις. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, τέτοιες αιμορραγίες εμφανίζονται και σε καρκίνους των ωοθηκών.

Μερικά έτη πριν την εμμηνόπαυση (κλιμακτήριος) η λειτουργία των ωοθηκών γίνεται και πάλι ασταθής με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται ανώμαλες κολπικές αιμορραγίες. Η περίοδος εμφανίζεται συχνότερα / αραιότερα και η ροή του αίματος ποικίλει. Αυτές οι διαταραχές είναι αναμενόμενες και τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζονται με ορμονοθεραπεία. Ορισμένες φορές πάντως, λόγω της δυσκολίας να τεθεί ασφαλώς η διάγνωση ενδέχεται να απαιτηθεί επεμβατική επιβεβαίωση (απόξεση) προκειμένου να αποκλειστεί πιθανή οργανική αιτία.

Στην ηλικιωμένη γυναίκα

   Μετά την εμμηνόπαυση, τη μόνιμη δηλαδή διακοπή της περιόδου, οποιαδήποτε κολπική αιμορραγία θεωρείται ανώμαλη και πρέπει να διερευνάται άμεσα. Αν και η συνηθέστερη αιτία είναι η αιμορραγία να προέρχεται από τους ατροφικούς βλεννογόνους των γεννητικών οργάνων ωστόσο η διάγνωση αυτή τίθεται μόνο εφόσον αποκλεισθούν άλλες (σοβαρότερες) αιτίες αιμορραγίας.

Sending
User Review
5 (20 votes)

Κολπίτιδα

Τι είναι η κολπίτιδα

   Κολπίτιδα είναι η φλεγμονή (αντίδραση του οργανισμού έναντι μικροοργανισμών, ξένων σωμάτων ή έλλειψης οιστρογόνων) του γυναικείου κόλπου.

   Φυσιολογικά ο κόλπος έχει τη δική του χλωρίδα μια ποικιλία δηλαδή μικροοργανισμών (γαλακτοβάκιλλοι που είναι και οι επικρατέστεροι, βακτηρίδια όπως ο στρεπτόκοκκος, ο σταφυλόκοκκος, ο αιμόφιλος, διάφορα είδη μυκήτων κ.α.) οι οποίοι τον προστατεύουν εμποδίζοντας την μόλυνσή του από μικρόβια που εισέρχονται σε αυτόν.

Οι διαταραχές της φυσιολογικής χλωρίδας όπως συμβαίνει σε:

  1. θεραπεία με αντιβιοτικά ή κορτιζόνη,
  2. ανεπάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος,
  3. καταστάσεις stress, έλλειψης ύπνου, κακής διατροφή,
  4. συχνή χρήση ταμπόν, οι κολπικές πλύσεις,
  5. ορμονικές μεταβολές (εγκυμοσύνη, λοχεία, εμμηνόπαυση).

έχουν ως αποτέλεσμα είτε τον υπερπολλαπλασιασμό και επικράτηση κάποιων εκ των μικροοργανισμών αυτής, (π.χ. μύκητες, βακτηρίδια κλπ.) ή τη μόλυνση του κόλπου από άλλα μικρόβια (π.χ. τριχομονάδες). Κολπίτιδα μπορεί επίσης να προκύψει από την ελάττωση των επίπεδων των οιστρογόνων της γυναίκας σε καταστάσεις όπως η λοχεία και η εμμηνόπαυση.

Στατιστικά στοιχεία για την κολπίτιδα

   Το ένα τρίτο περίπου των γυναικών θα προσβληθούν από κάποιας μορφής κολπίτιδα κατά τη διάρκεια της ζωή τους. Η κολπίτιδα μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, ωστόσο είναι πιο συχνή κατά την αναπαραγωγική με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης κατά τους θερινούς μήνες.

Οι συνηθέστερες μορφές κολπίτιδας, ανάλογα με τον υπεύθυνο παράγοντα

Η βακτηριακή κολπίτιδα

   Είναι αποτέλεσμα διαταραχής της ισορροπίας της φυσιολογικής χλωρίδας του κόλπου και αποδίδεται στον υπερβολικό  πολλαπλασιασμό κάποιων εκ των μικροοργανισμών που φυσιολογικά τον αποικίζουν (πολύμικροβιακή λοίμωξη). Προσβάλει γυναίκες κάθε ηλικίας, ανεξαρτήτως της σεξουαλικής τους δραστηριότητας (μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε γυναίκες που δεν είχαν ποτέ σεξουαλική επαφή) οπότε δεν θεωρείται ότι μεταβιβάζεται σεξουαλικά.

Η μυκητιασική κολπίτιδα

   Επειδή προκαλείται συνήθως από ένα είδος μύκητα, την Candida, η κολπίτιδα αυτή αποκαλείται και Καντιντίαση. Αφού η Candida αποτελεί μέρος της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας πολλών γυναικών κολπίτιδα παρουσιάζεται μόνο όταν παρατηρείται υψηλή συγκέντρωση και επικράτηση του μύκητα αυτού εις βάρος των υπολοίπων μικροβίων της φυσιολογικής κολπικής χλωρίδας.

Η κολπίτιδα από τριχομονάδες

   Πρόκειται για παράσιτο που συνήθως μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή το οποίο προσβάλει τον κόλπο ή/και την ουρήθρα. Η γυναίκα ωστόσο είναι δυνατόν να μολυνθεί από πισινές ή μπανιέρες, από πετσέτες ή μαγιό.

Η ατροφική κολπίτιδα

   Δεν προκαλείται από κάποια μόλυνση. Οφείλεται στη λέπτυνση, την ξηρότητα και φλεγμονή των τοιχωμάτων του κόλπου ως αποτέλεσμα της ελάττωσης των οιστρογόνων οπότε μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε περίοδο κατά την οποία τα επίπεδα των οιστρογόνων της γυναίκας είναι χαμηλά κυρίως όμως μετά την εμμηνόπαυση.

Συμπτώματα Κολπίτιδας

   Ανεξαρτήτως αιτίου (μύκητες, βακτηρίδια κ.α.) οι κολπίτιδες παρουσιάζουν ορισμένα κοινά συμπτώματα. Τα συνηθέστερα συμπτώματα με τα οποία εκδηλώνονται αυτές είναι:

  1. μεταβολή της σύστασης, του χρώματος, της οσμής και της ποσότητας των κολπικών εκκρίσεων,
  2.  αίσθημα καψίματος ή ερεθισμού του κόλπου ή/και του αιδοίου,
  3. ερυθρότητα, οίδημα, κνησμός (φαγούρα) του αιδοίου,
  4. πόνος ή/και ήπια κολπική αιμορραγία κατά τη συνουσία,
  5. δυσχέρεια (τσούξιμο) κατά την ούρηση.

Πως διαγιγνώσκεται η κολπίτιδα

   Δεδομένου ότι τόσο τα συμπτώματα της γυναίκας όσο και τα ευρήματα της γυναικολογικής εξέτασης είναι παρόμοια στους διαφόρους τύπους κολπίτιδας το ακριβές αίτιο που την προκαλεί ανευρίσκεται συνήθως εργαστηριακά με την άμεση μικροσκοπική εξέταση του κολπικού εκκρίματος και με καλλιέργειες του δείγματος αυτού οι οποίες θα αποκαλύψουν τόσο τους υπεύθυνους μικροοργανισμούς όσο και την ευαισθησία τους στις διάφορες φαρμακευτικές ουσίες ώστε να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία. Επίσης συχνά και το τεστ Παπανικολάου αποκαλύπτει το αίτιο της κολπίτιδας.

Θεραπεία της κολπίτιδας

   Η αντιμετώπιση της κολπίτιδας εξαρτάται από το αίτιο που την προκαλεί και είναι φαρμακευτική. Τα διαθέσιμα σκευάσματα (αντιβακτηριακά, αντιμυκησιασικά, ορμονικής υποκατάστασης) μπορούν να χορηγηθούν είτε από το στόμα, ή εναλλακτικά τοπικά (κολπικά υπόθετα ή κρέμες). Εάν η κολπίτιδα δεν οφείλεται σε μολυσματικό παράγοντα αλλά είναι αποτέλεσμα ερεθισμού από κάποιο προϊόν υγιεινής, απορρυπαντικό, ταμπόν κ.α. τότε η νόσος υποχωρεί μετά τη διακοπή της χρήσης του ερεθιστικού παράγοντα. Ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει ή όχι να λάβει θεραπεία και αυτό θα εξαρτηθεί από το αίτιο που προκάλεσε την κολπίτιδα.

Sending
User Review
5 (20 votes)

Υπάρχουν πολλοί τύποι κολπίτιδας ;

Υπάρχουν ποικίλοι τύποι κολπίτιδας ανάλογα με το αίτιο που την προκαλεί. Η βακτηριακή κολπίτιδα είναι η πιο συνηθισμένη.

Είναι η κολπίτιδα σεξουαλικά μεταδιδόμενη ;

Ορισμένες μολυσματικές αιτίες της κολπίτιδας είναι σεξουαλικά μεταδιδόμενες, αλλά δεν είναι όλες οι κολπίτιδες αποτέλεσμα σεξουαλικής μόλυνσης.

Μπορεί να αποφευχθεί η κολπίτιδα ;

Μερικές μορφές κολπίτιδας μπορεί να προληφθούν με την χρήση βαμβακερών εσωρούχων, την αποφυγή στενών ενδυμάτων, την αποφυγή χρήσης σαπουνιού και το καλό στέγνωμα μετά το ντουζ, καθώς και την αποφυγή της χρήσης αρωματικών ταμπόν στον κόλπο.

Οστεοπόρωση

Τι είναι η οστεοπόρωση

   Οστεοπόρωση ειναι η προοδευτική καταστροφή των οστών που προκαλείται από μείωση της μάζας / πυκνότητάς τους με συνέπεια την ελάττωση της μηχανικής τους αντοχής, την αυξημένη ευθραυστότητά τους και κατ΄ επέκταση τον αυξημένο κίνδυνο κατάγματος. Το ήμισυ των γυναικών άνω των 50 ετών θα εμφανίσουν κάποια στιγμή οστεοπορωτικό κάταγμα.

   Η μέγιστη οστική μάζα επιτυγχάνεται γύρω στην ηλικία των 30 ετών, στη συνέχεια παρατηρείται μια περίοδος διατήρησής της (έως τα 40 περίπου έτη), μετά παρουσιάζεται προοδευτική ελάττωσή της, λόγω αύξησης του ρυθμού οστικής καταστροφής, η οποία στις γυναίκες είναι έντονη μετά την εμμηνόπαυση και για διάστημα 10 ετών περίπου, ενώ ακολούθως ο ρυθμός ελάττωσης της οστικής μάζας επιβραδύνεται (κυρίως λόγω ελάττωσης του ρυθμού της ανακατασκευής του οστού).

Τύποι οστεοπόρωσης

Υπάρχουν τρεις τύποι οστεοπόρωσης

  1. Η πρωτοπαθής που διακρίνεται στη α) μετεμμηνοπαυσιακή (τα πρώτα 10 έτη της εμμηνόπαυσης) και β) την μεταγενέστερη γεροντική.
  2. Η δευτεροπαθής η οποία προκαλείται από α) ασθένειες (χρόνιες παθήσεις του ήπατος, των νεφρών, διάφορες ενδοκρινοπάθειες), β) παρατεταμένη χρήση φαρμάκων (κορτιζόνη, ηπαρίνη, αντιεπιληπτικά, αντικαταθλιπτικά) ή ουσιών (κάπνισμα, αλκοόλ) γ)  διατροφικές διαταραχές (ανεπάρκειες ασβεστίου, φωσφόρου, βιταμίνης D) και δ) χειρουργικές επεμβάσεις (π.χ. αφαίρεση των ωοθηκών).
  3. Η ιδιοπαθής σε νεαρή ηλικία.

Παράγοντες κινδύνου οστεοπόρωσης

Η οστεοπόρωση εμφανίζεται συχνότερα:

  1. στις γυναίκες της λευκής φυλής.
  2. στις καπνίστριες,
  3. στις αδύνατες γυναίκες
  4. σε κατάχρηση κατανάλωσης καφέ και αλκοόλ
  5. σε γυναίκες με μικρή αναπαραγωγική περίοδο (αργοπορημένη εμφάνιση πρώτης περιόδου / πρόωρη εμμηνόπαυση)
  6. σε γυναίκες με ελαττωμένη σωματική δραστηριότητα ή μακροχρόνια ακινητοποιημένες
  7. σε γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης.

Συμπτώματα της οστεοπόρωσης

Η οστεοπόρωση χαρακτηρίζεται ως ¨σιωπηρή επιδημία¨. Επειδή η οστική  απώλεια  συμβαίνει σταδιακά δεν εμφανίζονται συμπτώματα για αρκετά χρόνια ενώ όταν αυτά εκδηλωθούν συνήθως δεν γίνονται αντιληπτά αφού δεν είναι έντονα ούτε και ειδικά. Έτσι σε προχωρημένη οστεοπόρωση παρουσιάζονται συμπτώματα όπως πόνος στην πλάτη ή/και στη μέση, παραμορφώσεις του σώματος (απώλεια ύψους, κύφωση ή σκολίωση) τα οποία αποδίδονται συνήθως από την γυναίκα σε ¨γεράματα¨ με αποτέλεσμα να μην σπεύδει άμεσα στο γιατρό οπότε η νόσος διαγιγνώσκεται πλέον όταν εμφανιστεί το πρώτο «κλασικό» της σύμπτωμα που είναι το κάταγμα. Για τον λόγο αυτόν συνιστάται ο προληπτικός περιοδικός έλεγχος τη οστικής πυκνότητας.

Οστά που πλήττονται συχνότερα από οστεοπορωτικά κατάγματα

Η πιο συνηθισμένες περιοχές καταγμάτων είναι η σπονδυλική στήλη, το ισχίο, και το κατώτερο αντιβράχιο (κερκίδα). Ωστόσο κατάγματα προκύπτουν επίσης στο βραχιόνιο , το μηριαίο οστό, την κνήμη, την πύελο και τις πλευρές.

Διάγνωση της οστεοπόρωσης

Στη διάγνωση της οστεοπόρωσης βοηθούν:

A. Το ιστορικό (ηλικία της γυναίκας, παρατεταμένη αμηνόρροια, χειρουργικές επεμβάσεις, διατροφή, άσκηση, ύπαρξη άλλων παθήσεων, λήψη φαρμάκων κ.α.)

Β. Ο προληπτικός περιοδικός έλεγχος της οστικής πυκνότητας (Screening). Ακτινολογική εξέταση ανώδυνη και αναίμακτη που επιβεβαιώνει την ύπαρξη οστεοπόρωσης, καθορίζει την έκταση των οστεοπορωτικών αλλοιώσεων και τον κίνδυνο κατάγματος.

Γ. Οι εργαστηριακές εξετάσεις ούρων και αίματος οι οποίες προσδιορίζουν το ποσοστό του οστού που έχει καταστρέφει ή που έχει αποκατασταθεί μετά από τη θεραπεία, αντίστοιχα.

Θεραπεία της οστεοπόρωσης

   Η αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι φαρμακευτική και διακρίνεται: α) σε προληπτική θεραπεία και την β) θεραπεία της εγκατεστημένης οστεοπόρωσης. Χρησιμοποιούνται φάρμακα τα οποία αναστέλλουν την οστική καταστροφή, διεγείρουν την οστική αναπαραγωγή και επικουρικά των ανωτέρω όπως βιταμίνη D και ασβέστιο.

   Επίσης ο τρόπος ζωής μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στην οστική πυκνότητα. Έτσι η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας με ασκήσεις που φορτίζουν τα οστά (όπως η άρση βαρών, το τρέξιμο, η αεροβική γυμναστική, η άνοδος σκάλας κ.α.), η διακοπή του καπνίσματος, της κατανάλωσης οινοπνεύματος, της υπερβολικής κατανάλωσης καφέ και η σωστή διατροφή (αύξηση βάρους σε λιποβαρείς γυναίκες, κατανάλωση γαλακτοκομικών) μειώνουν τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων.

Sending
User Review
4.95 (21 votes)

Χλαμύδια

Αίτιο και τρόποι μετάδοσης της νόσου

   Η πάθηση αυτή είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στους εφήβους. Τα υπεύθυνα βακτηρίδια (Χλαμύδια Trachomatis) μεταδίδονται με κάθε μορφής σεξουαλική επαφή και εγκαθίστανται στην ουρήθρα, το ορθό αλλά κατά προτίμηση στον τράχηλο της μήτρας από όπου μπορεί να ¨μετακινηθούν¨ προς το εσωτερικό αυτής και τις σάλπιγγες προκαλώντας αρχικά τοπική μόλυνση και φλεγμονή (ενδομητρίτιδα, σαλπιγγίτιδα) τα οποία ενδέχεται μελλοντικά να προξενήσουν σοβαρές επιπλοκές όπως υπογονιμότητα ή/και εξωμήτρια κύηση. Σπανιότατα η χλαμυδιακή μόλυνση μπορεί να προκαλέσει ηπατίτιδα, πνευμονία, επιπεφυκίτιδα. Το μικρόβιο τέλος, σε αρκετά μεγάλο ποσοστό κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού τοκετού, μεταδίδεται από την μολυσμένη μητέρα στο νεογνό προκαλώντας του επιπεφυκίτιδα ή/και πνευμονία κατά τις πρώτες εβδομάδες/μήνες της ζωής του.

Συμπτώματα

   Οι περισσότερες μολυσμένες γυναίκες δεν παρουσιάζουν συμπτώματα ή όταν αυτά εμφανίζονται είναι συνήθως ήπια όπως τσούξιμο / πόνος στην ούρηση, αυξημένη (βλεννοπυώδη) έκκριση κολπικών υγρών με πιο συνηθισμένο πάντως την αιμορραγία μετά την σεξουαλική επαφή.

Διάγνωση

   Τα συμπτώματα της γυναίκας και η γυναικολογική εξέταση θα θέσουν την υποψία της νόσου όμως η διάγνωση (επιβεβαίωση της μόλυνσης) γίνεται εργαστηριακά με καλλιέργειες (από τον τράχηλο ή/και την ουρήθρα) ή προτιμότερο με νεώτερες, μεγαλύτερης ευαισθησίας, ακρίβειας και ειδικότητας εξετάσεις. Σε θετική απάντηση και ο σεξουαλικός σύντροφος πρέπει να ελεγχθεί. Επιπλέον, οι μολυσμένες γυναίκες θα πρέπει να εξετάζονται και για άλλα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.

Θεραπεία

Η θεραπεία της νόσου είναι φαρμακευτική. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι ένας αριθμός ασθενών δεν ανταποκρίνεται στην αρχική θεραπεία, επανέλεγχος πρέπει να προγραμματίζεται μερικές εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση αυτής.

Sending
User Review
5 (21 votes)

Είναι τα χλαμύδια πάντα σεξουαλικά μεταδιδόμενα ;

Ναι τα χλαμύδια μεταδίδονται από το μολυσμένο άτομο στον σεξουαλικό σύντροφο με κάθε μορφής σεξουαλική δραστηριότητα.

Μπορεί να ¨κολλήσεις¨ χλαμύδια από τουαλέτες ;

Τα χλαμύδια δεν μεταδίδονται δια της απλής επαφής όπως το φιλί, η αγκαλιά ή από πετσέτες, πισίνες, καθίσματα τουαλέτας, μαχαιροπίρουνα κ.α.

Πόσο καιρό μπορεί να έχεις χλαμύδα χωρίς να το γνωρίζεις ;

Οι περισσότερες γυναίκες που έχουν χλαμύδια δεν παρατηρούν συμπτώματα. Τα συμπτώματα, εάν εμφανιστούν, παρουσιάζονται συνήθως 1 έως 3 εβδομάδες μετά την, χωρίς προφύλαξη, σεξουαλική επαφή ή και πολλούς μήνες αργότερα. Κάποιες φορές τα συμπτώματα μπορεί να εξαφανιστούν έπειτα από μερικές ήμερες.

Μπορεί τα χλαμύδια να θεραπευτούν χωρίς φάρμακα ;

Είναι πολύ σπάνιο το ανοσοποιητικό σύστημα να αντιμετωπίσει από μόνο του τη μόλυνση από τα χλαμύδια. Εάν δεν ληφθεί φαρμακευτική θεραπεία η νόσος μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία.

Ενδομητρίωση

Τι είναι η ενδομητρίωση

Ενδομητρίωση είναι η πάθηση κατά την οποία εστίες ενδομητρίου (του ιστού που επενδύει την εσωτερική κοιλότητα της μήτρας και αποβάλλεται, ως αίμα, κατά την περίοδο) αναπτύσσονται και σε άλλα όργανα/περιοχές του σώματος (τις ωοθήκες, το περιτόναιο που επενδύει τα τοιχώματα και τα όργανα της κοιλιάς, το τοίχωμα του εντέρου, της ουροδόχου κύστεως, σπανιότερα και άλλου). Το έκτοπο αυτό ενδομήτριο, κατά τις διάφορες φάσεις του κύκλου, αντιδρά κατά τον ίδιο (όπως και το φυσιολογικό ενδομήτριο) τρόπο, με αποτέλεσμα προοδευτικά να παχύνεται και τελικά να αποπίπτει κατά την εμμηνορρυσία (περίοδο). Ωστόσο το έκτοπο πασχισμένο ενδομήτριο δεν μπορεί να απορριφθεί απ΄ το σώμα, με συνέπεια να συσσωρεύεται και να και να δημιουργεί αιμορραγικές εστίες – κύστεις (όπως π.χ. οι σοκολατοειδείς κύστες των ωοθηκών). Η ενδομητρίωση είναι απολύτως καλοήθης (δεν εξελίσσεται σε καρκίνο) και αυτοπεριοριζόμενη (υποχωρεί πλήρως κατά την εγκυμοσύνη και την εμμηνόπαυση) πάθηση.  

Πώς ¨αποκτάται¨ η ενδομητρίωση

Υπάρχουν πολλές εικασίες για τα πιθανά αίτια της νόσου καμία όμως δεν έχει πλήρως τεκμηριωθεί. Κατά καιρούς έχουν θεωρηθεί υπεύθυνοι κληρονομικοί παράγοντες, ανοσολογικές διαταραχές κ.α., με επικρατέστερες πάντως θεωρίες αυτές της α) αυθόρμητης εμφάνισης των εκτόπων εστιών της νόσου και β) της μεταφοράς (δια των σαλπίγγων κατά την εμμηνορρυσία) και εμφύτευσης ενδομητρικού ιστού σε άλλα όργανα.

Συμπτώματα-Προβλήματα  

Αν και συχνά η ενδομητρίωση είναι ασυμπτωματική (αποτελεί τυχαίο εύρημα π.χ. σε χειρουργικές επεμβάσεις στην κοιλία που εκτελούνται για άλλους λόγους) τα συνηθέστερα συμπτώματα / προβλήματα που προκαλεί είναι:                                                         

1) ΠΟΝΟΣ τα χαρακτηριστικά του οποίου εξαρτόνται και επιρεάζονται απ’ την εντόπιση των εστιών της νόσου και από τη φάση του κύκλου: {επώδυνη εμμηνορρυσία (δυσμηνόρροια), άλγος κατά τη συνουσία (δυσπαρευνία), πόνος κατά την αφόδευση ή την ούρηση}.

2) ΥΠΟΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ Παρατηρείται στο 1/3 περίπου των γυναικών με διεγνωσμένη ενδομητρίωση (ακόμη και σε περιπτώσεις που οι ωοθήκες ή/και οι σαλπιγκτές είναι ελεύθερες νόσου). Τα αίτια είναι άγνωστα, πιθανολογείται ότι η νόσος προξενεί ένα ακατάλληλο περιβάλλον στη μήτρα όπου εμφυτεύεται το έμβρυο.

Πώς διαγιγνώσκεται η ενδομητρίωση

Τεκμηριώνεται αποκλειστικά χειρουργικά με την ανεύρεση, για παράδειγμα, ερυθρών κηλίδων στο περιτόναιο ή/και άλλου, σοκολατοειδών κύστεων στις ωοθήκες, συμφύσεων στην πύελο μη αποδιδόμενων σε άλλα αίτια. Υποψία πάντως για την παρουσία της νόσου τίθεται τόσο κατά την υπερηχογραφική εξέταση των ωοθηκών όσο και με εργαστηριακές εξετάσεις.

Πώς αντιμετωπίζεται η ενδομητρίωση

Η ενδομητρίωση ΔΕΝ είναι πάντα απαραίτητο να ¨θεραπεύεται¨, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που δεν δημιουργεί προβλήματα στη  γυναίκα. Εάν ωστόσο προκαλεί συμπτώματα ή υπάρχει επιθυμία εγκυμοσύνης τότε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ανάλογα με την περίπτωση η αντιμετώπιση ενδέχεται να είναι:

>συμπτωματική: (αντιμετωπίζονται τα συμπτώματα και όχι η νόσος) με αναλγητικά και αντισυλληπτικά,

>προσωρινά θεραπευτική: τουτέστιν προσωρινή υποχώρηση των εστιών και των συμπτωμάτων της νόσου είτε φαρμακευτικά (ορμονοθεραπεία) ή/και χειρουργικά. Μετά πάντως την ολοκλήρωση της ¨θεραπείας¨, σε άλλοτε άλλο χρόνο, η νόσος υποτροπιάζει,

>μόνιμα θεραπευτική: σε σοβαρές περιπτώσεις και εφόσον δεν υπάρχει επιθυμία για κύηση, η υστερεκτομή μετά των ωοθηκών αποτελεί τη θεραπεία εκλογής.

>Σε υπογονιμότητα: Η χειρουργική αφαίρεση των σοκολατοειδών ωοθηκικών κύστεων και των εστιών της νόσου στο περιτόναιο βελτιώνει τις πιθανότητες για κύηση. Ωστόσο  η ορμονική ή/και χειρουργική αντιμετώπιση μονήρους εστίας ενδομητρίωσης ΔΕΝ τροποποιεί τα ποσοστά της γονιμότητας ούτε αυτά της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Ειδικά θέματα

 Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος ενόσω έχει ενδομητρίωση οι πιθανότητες αποβολής ή εξωμήτριας κύησης ΔΕΝ διαφέρουν από εκείνες των υγιών γυναικών. Μετά τον τοκετό και για όσο διάστημα διαρκεί η αμηνόρροια της λοχείας δεν υπάρχει πιθανότητα να επανεμφανιστεί η νόσος. Έτσι ο μακροχρόνιος θηλασμός συνιστάται με σκοπό να ελαττωθούν τα ποσοστά υποτροπής.

Sending
User Review
5 (21 votes)

Κονδυλώματα

Τα κονδυλώματα είναι μια από τις κλινικές εκδηλώσεις της μόλυνσης από τον HPV ιό ο οποίος μεταδίδεται πολύ εύκολα με κάθε τύπο σεξουαλικής επαφής. Προληπτικά μέτρα έναντι της μόλυνσης αυτής αποτελούν η χρήση προφυλακτικού, η επιλογή σταθερού σεξουαλικού συντρόφου και ο εμβολιασμός έναντι του ιού.

Σε αρχικό στάδιο τα κονδυλώματα δεν είναι εμφανή δια ¨γυμνού οφθαλμού¨ και δεν προκαλούν συμπτώματα. Σε πιο προχωρημένα στάδια παρουσιάζονται ως επίπεδες αλλοιώσεις ή συνηθέστερα ως μικρά ανώμαλης επιφανείας ογκίδια που προεξέχουν από το δέρμα και τους βλεννογόνους. Μοιάζουν με ελιές ή σπυράκια χρώματος παρόμοιου με αυτό του δέρματος, ποικίλου μεγέθους, μεμονωμένα ή πολλά μαζί. Ενδέχεται να προκαλούν κνησμό και σπανιότατα αιμορραγούν κατά την σεξουαλική επαφή ή την ψηλάφηση. Εντοπίζονται στο αιδοίο της γυναίκας, στο δέρμα των περιοχών πέριξ αυτού αλλά όχι σπάνια μπορεί να αναπτυχθούν στους βλεννογόνους του κόλπου και του τράχηλου της μήτρας. Έξαρση κονδυλωμάτων παρουσιάζεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η διάγνωση των κονδυλωμάτων γίνεται είτε άμεσα με την κλινική εξέταση, εφόσον εντοπίζονται σε εμφανή σημεία και είναι ευδιάκριτα, ή εάν οι βλάβες είναι μικρές, βρίσκονται εντός του κόλπου ή επί του τραχήλου έμμεσα, με το test Παπανικολάου, την κολποσκόπηση / βιοψία και μικροσκοπική εξέταση του δείγματος. Ο σεξουαλικός σύντροφος θα πρέπει να ελέγχεται επίσης.

Αν και τα κονδυλώματα είναι αρκετά συνηθισμένα και κατά κανόνα ακίνδυνα, ωστόσο πρέπει να θεραπεύονται άμεσα επειδή μεταδίδονται πολύ εύκολα και σύντομα αυξάνονται τόσο σε αριθμό όσο και σε μέγεθος. Η θεραπεία τους είναι αναίμακτη, ανώδυνη και γρήγορη χωρίς να αφήνει ουλές. Ανάλογα με την εντόπισή τους, το μέγεθος και τον αριθμό τους διάφοροι τρόποι θεραπείας είναι δυνατόν  να επιλεγούν όπως φαρμακευτική θεραπεία (με τοπικά επαλειφόμενες ουσίες) ή/και επεμβατικές θεραπείες (κρυοπηξία, διαθερμοπηξία, εξάχνωση με Laser, χειρουργική αφαίρεση).

Sending
User Review
5 (21 votes)

Κυτταρικές Αλλοίωσες Τραχήλου Μήτρας

Γενικά

Οι Κυτταρικές αλλοίωσες του τραχήλου της μήτρας (δυσπλασίες / προκαρκινικές αλλοίωσες) είναι αρκετά συνηθισμένες και αδικαιολόγητα προκαλούν φοβία στις γυναίκες. Αυτές οι (εντελώς επιφανειακές) κυτταρικές ατυπίες ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ, συχνότατα δε είναι αυτοθεραπεύσιμες (υποχωρούν από μόνες τους). Μακροπρόθεσμα πάντως και σε μικρό ποσοστό μπορεί να εξελιχτούν σε καρκίνο, εάν δεν διαγνωσθούν και δεν θεραπευθούν εγκαίρως (σε αρχικά στάδια).

Αίτια

Η αιτιολογική σχέση μεταξύ της μόλυνσης της γυναίκας από τον HPV ιό και της παρουσίας κυτταρικών αλλοιώσεων στον τράχηλο της μήτρας έχει πλέον πλήρως αποδειχθεί. Ωστόσο και άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες (ανοσοκαταστολή, κάπνισμα, συνύπαρξη άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων κ.α.) θεωρούνται υπεύθυνοι για την εμφάνισή τους.

Συμπτώματα

Επειδή δεν είναι ορατές από την ίδια τη γυναίκα, λόγω της θέσεώς τους στην επιφάνεια του τραχήλου της μήτρας και εφόσον για μακρό χρονικό διάστημα δεν προκαλούν συμπτώματα γίνεται αντιληπτή η σημασία του Περιοδικού Προληπτικού Γυναικολογικού έλεγχου (Check Up) που στόχο έχει την έγκαιρη ανεύρεσή τους.

Διάγνωση

Η διάγνωση σπάνια τίθεται άμεσα, δια ¨γυμνού οφθαλμού¨ κατά την κλινική γυναικολογική εξέταση και μόνο εφόσον οι αλλοιώσεις είναι ευδιάκριτες. Συνηθέστατα αποκαλύπτονται έμμεσα, με την κυτταρολογική εξέταση (test Παπανικολάου) η δε διερεύνησή τους γίνεται με την κολποσκόπηση / βιοψία και τη μικροσκοπική εξέταση του δείγματος.

Θεραπεία

Η θεραπεία τους είναι χειρουργική και συνίσταται στην απομάκρυνση (με κρυοπηξία, laser ή με νυστέρι) της προσβεβλημένης περιοχής της επιφάνειας του τραχήλου. Η ασθενής επιστρέφει σπίτι την ίδια ημέρα και συνήθως δεν χρειάζεται να λάβει αναρρωτική άδεια. Μικρή αιμορραγία (σαν περίοδος) παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια των επόμενων 1-2 εβδομάδων. Η χειρουργική επέμβαση στον τράχηλο της μήτρας ΔΕΝ επηρεάζει τη γονιμότητα της γυναίκας ή τη σεξουαλική της ζωή αφού ο τράχηλος επουλώνεται πλήρως εντός 2-3 εβδομάδων.

Sending
User Review
5 (21 votes)